1.008.740 στρέμματα δάσους έγιναν στάχτη μέσα σε 15 μέρες!

Συγκλονιστικά είναι τα στοιχεία για τον αριθμό των εκτάσεων που αποτέφρωσε η πύρινη λαίλαπα τις τελευταίες δύο εβδομάδες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφόρησης για τις Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS), από τις 29 Ιουλίου έως τις 12 Αυγούστου κάηκαν στην Ελλάδα 1.008.740 στρέμματα!

Συγκλονιστικά είναι τα στοιχεία για τον αριθμό των εκτάσεων που αποτέφρωσε η πύρινη λαίλαπα τις τελευταίες δύο εβδομάδες στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφόρησης για τις Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS), από τις 29 Ιουλίου έως τις 12 Αυγούστου κάηκαν στην Ελλάδα 1.008.740 στρέμματα!

Του Βασίλη Παπακωνσταντόπουλου
© dimokratianews.gr

Πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό μετά τις φονικές πυρκαγιές του Αυγούστου του 2007, που είχαν στοιχίσει τη ζωή σε 77 ανθρώπους και είχαν κάνει στάχτη περισσότερα από 2.500.000 στρέμματα δάσους, ελαιώνων και πευκώνων.
Ενδεικτικό της ανυπολόγιστης καταστροφής που έχει συντελεστεί, είναι ότι την ίδια περίοδο από το 2008 έως το 2020 καίγονταν κατά μέσο όρο περίπου 27.500 στρέμματα.
Συνολικά, από την αρχή του έτους μέχρι και τις 12 Αυγούστου, είχαν καεί στην Ελλάδα σχεδόν 1.143.000 στρέμματα, εκ των οποίων πάνω από το 90% τις δύο τελευταίες εβδομάδες, έναντι 96.000 κατά μέσο όρο για την περίοδο από το 2008 έως το 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφόρησης για τις Δασικές Πυρκαγιές.
Προφανώς η περιοχή που έχει πληγεί βαρύτερα είναι αυτή της Εύβοιας, όπου βρίσκονται περίπου οι μισές από τις καμένες εκτάσεις. Για την ακρίβεια, η καμένη έκταση στη βόρεια Εύβοια ανέρχεται σε 465.820 στρέμματα, από τα οποία η δασική βλάστηση είναι 192.700 στρέμματα, σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Ο υπολογισμός έγινε έπειτα από επεξεργασία τεσσάρων δορυφορικών εικόνων υψηλής ανάλυσης του ευρωπαϊκού δορυφόρου Sentinel-2 (λήψη εικόνων στις 11 Αυγούστου) από την επιχειρησιακή μονάδα BEYOND του Ινστιτούτου ΙΑΑΔΕΤ, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Το Αστεροσκοπείο δίνει και μια εκτίμηση για τις χρήσεις της καμένης έκτασης στην περιοχή της Εύβοιας που έχει πληγεί από την πυρκαγιά. Όπως αναφέρει, οι εκτάσεις που είχαν καεί μέχρι και την Τετάρτη 11/8 αφορούν:
• δασική βλάστηση, 192.700 στρέμματα
• θαμνώδεις εκτάσεις, 99.600 στρέμματα
• γεωργικές περιοχές, 90.650 στρέμματα
• χορτολιβαδικές εκτάσεις, 77.720 στρέμματα
• τεχνητές ζώνες, 4.350 στρέμματα
• και εκτάσεις με αραιή βλάστηση, 800 στρέμματα.

«ΛΑΘΟΣ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ»
Η αντιμετώπιση των πυρκαγιών με την επικέντρωση των προσπαθειών στη συλλήβδην εκκένωση οικισμών, χωρίς τοπικά κριτήρια, αποτελεί λανθασμένη επιλογή, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ. Παράλληλα, η εκτός ισορροπίας εμμονή στην εκ του αέρος καταστολή, έχει ως αποτέλεσμα τη συνεχή αύξηση της καταστροφής.
Το ινστιτούτο, με την πολυετή ερευνητική γνώση και πρακτική εμπειρία σε δασικά θέματα, χαρακτηρίζει ως βασικό και τραγικό λάθος την απόφαση μεταφοράς της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική Υπηρεσία πριν από 23 χρόνια (το 1998, από την κυβέρνηση Σημίτη), που είχε ως αποτέλεσμα τραγικές αντιπυρικές περιόδους με πρωτοφανείς καταστροφές (1998, 2000, 2007, 2009, 2018) και απώλειες ανθρώπινων ζωών.
Εξηγεί ότι ο μόνιμος αντιπυρικός σχεδιασμός μιας μεσογειακής χώρας όπως είναι η Ελλάδα, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τρία σκέλη: την πρόληψη, την καταστολή και την αποκατάσταση. Ειδικά, όσον αφορά τη δασοπυρόσβεση (καταστολή) δεν έχουν γίνει σοβαρά βήματα οργάνωσης και επιτελικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, μετά το μεγάλο λάθος του 1998. Παρά τη μεγάλη ενίσχυση σε μέσα και προσωπικό, μια σειρά από αδυναμίες που προέρχονται από τον τρόπο δομής και λειτουργίας, και που δε βελτιώνονται με την πάροδο του χρόνου, όπως θα ήταν αναμενόμενο ύστερα από 23 χρόνια, μειώνουν σε μεγάλο βαθμό τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και την αποδοτικότητα του μηχανισμού.
Σύμφωνα με το ινστιτούτο, η πεισματική εμμονή σε λανθασμένες προσεγγίσεις, καθώς απορρίπτεται οποιαδήποτε κριτική είτε εκ των έσω του μηχανισμού είτε από τρίτους, οφειλόμενη κατά πολλούς σε σκοπιμότητες, εμποδίζει τη γρήγορη διόρθωση των σφαλμάτων.
Στο σκέλος της πρόληψης εμπλέκονται, όπως σημειώνει, κυρίως οι Δασικές Υπηρεσίες ή ό,τι έχει απομείνει από αυτές, καθώς έχουν αποδεκατιστεί σε προσωπικό. Παρά τις υποσχέσεις, εδώ και μια δεκαετία δεν έχει γίνει καμία πρόσληψη δασικών υπαλλήλων, πλην εποχικού προσωπικού την περίοδο 2017-2018.
Οι περισσότερες δασωμένες εκτάσεις είναι εκτός διαχείρισης επί αρκετές δεκαετίες. Χαρακτηρίζει λυπηρό, η άλλοτε ακμαία Δασική Υπηρεσία, που στο παρελθόν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανασυγκρότηση της ρημαγμένης υπαίθρου και της προστασίας της δημόσιας περιουσίας, να εγκαταλείπεται στο βωμό μιας στρεβλής ανάπτυξης.
Όσον αφορά την αποκατάσταση, το πρώτο μέλημα πρέπει να είναι «να γίνουν όλες οι απαραίτητες μελέτες και δράσεις σταθεροποίησης των ευδιάβρωτων εδαφών, ώστε να μην έχουμε απώλεια εδάφους. Το αν στη συνέχεια θα πρέπει να προβούμε σε αναδάσωση θα εξαρτηθεί από την εκτίμηση της φυσικής αναγέννησης. Η επιλογή των ειδών προς φύτευση δεν μπορεί να αφεθεί σε αφελείς αντιλήψεις που αγνοούν τα βασικά δεδομένα της δασικής οικολογίας. Χωρίς οργανωμένα φυτώρια, με ανύπαρκτο προσωπικό και υποδομές, δεν είναι δυνατόν να γίνεται συζήτηση για αναδασώσεις, έστω και εθελοντικές».