Το τέλος της αυταπάτης

Χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική η οποία θα έχει ένα αφήγημα νίκης και επιτυχούς αποτροπής απέναντι σε ένα γείτονα που έχει γίνει κυνικός

Από την τελευταία Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για το έτος 2020, πρέπει να κρατήσουμε, ό,τι κρατήσαμε και από το ίδιο το 2020. Τίποτε. Η παραδοξότητα βέβαια είναι ότι το «τίποτε» είναι εξαγόμενο και επομένως υπάρχουν πραγματικοί λόγοι γι′ αυτόν τον -κατ′ άλλους- «μηδενισμό».

Αλέξανδρος Θ. Δρίβας*

Γιατί η ΕΕ δε μπορεί να συνταχθεί με τα συμφέροντα των κρατών-μελών της; Γιατί η ΕΕ δε θέλει να προστατεύσει την Ελλάδα και την Κύπρο; Γιατί δε μπορεί πλέον κανένας να χαρακτηριστεί «γραφικός αντιευρωπαϊστής – ψεκασμένος και εχθρός της Ευρώπης και άγονος αντί-Γερμανός»;

Ε.Ε. ΚΑΤ′ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ′ ΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
Πολύ μεγάλη για να είναι μικρή και πολύ μικρή για να είναι μεγάλη. Είναι η κατάρα που πάντα ακολουθούσε σαν σκιά τις μεσαίες δυνάμεις του κόσμου, οι οποίες έχουν εκλάμψεις ως μεγάλες. Η Γερμανία δεν κατάφερε ποτέ να καταστήσει την Ευρώπη ως αυλή της, όχι μόνο στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, αλλά ούτε και κατά τα τριάντα τελευταία χρόνια.
Η επικράτηση της Γερμανίας επί της Ευρώπης χρησιμοποιώντας την ΕΕ ως όχημα, ήταν σαν Πύρρειος νίκη, η οποία παρά τα όσα βλέπαμε επιφανειακά, ξεκίνησε να διαταράσσεται από την έκρηξη της κρίσης της Ευρωζώνης το έτος 2009-2010. Οι αντιδράσεις της Γερμανίας (ή μάλλον οι μη αντιδράσεις της) αποκάλυψαν τον πανικό μιας χώρας που δεν έχει τα μέσα να ηγηθεί, που δε μπορεί να παράσχει συλλογικά αγαθά. Η ασφάλεια της ΕΕ κλονίστηκε συθέμελα από τρομοκρατικά χτυπήματα ακραίων στοιχείων, που έγιναν σε μεγαλουπόλεις ευρωπαϊκών κρατών. Το προσφυγικό ζήτημα άλλαξε σχεδόν όλο τον πολιτικό χάρτη της ΕΕ, η οποία κινδυνεύει πλέον από ηγέτες σαν τον Όρμπαν. Η οικονομία της ΕΕ είναι σε τέτοια κατάσταση που δε μπορεί να αποφασιστεί ξεκάθαρα το reset της οικονομίας της. Η Τουρκία κρατάει τα κλειδιά της Ευρώπης από την αποτυχημένη συμφωνία μεταξύ ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, που σφυρηλατήθηκε το έτος 2015-2016 με πρωτεργάτη το Βερολίνο. Γιατί όλα αυτά;
Γιατί το Βερολίνο δεν έχει όραμα για την Ευρώπη, γιατί κοιτά τα πάντα διαχειριστικά και βραχυπρόθεσμα, γιατί το ενδιαφέρουν μόνο οι εξαγωγές του και πώς δε θα έχει η γερμανική ΕΕ, καμία συλλογική απολαβή, πέραν όσων θα επιδαψιλεύει η κυρία Μέρκελ, με λιτότητα πάνω απ′ όλα.

ΦΤΑΙΜΕ ΚΙ ΕΜΕΙΣ
Η πολιτική Σημίτη έβλαψε την Ελλάδα. Η Αθήνα εκχώρησε όχι μόνο τα ζωτικά κυριαρχικά της δικαιώματα στην ΕΕ που αφορούν το εσωτερικό της Ελλάδας, αλλά επινόησε και έναν τρόπο να «ξεφορτωθεί» το μείζον εθνικό θέμα, τα ελληνοτουρκικά. Στο Ελσίνκι, η Ελλάδα αποδέχτηκε συνοριακές διαφορές και όχι μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις.
Η σχολή «διάλογο για πάσα νόσον και για κάθε θέμα» επικράτησε και μάλιστα επηρέασε και την ελληνική κοινωνία, η οποία δεν έβλεπε στον ορίζοντα την επιστροφή της Ιστορίας, αλλά θεωρούσε ότι οι πόλεμοι «είναι κάτι παλιό και σίγουρα μακριά μας».
Η Ελλάδα πήρε την απόφαση να εξευρωπαΐσει τα ελληνοτουρκικά. Χωρίς δέσμευση της Τουρκίας ότι θα εισέλθει στην ΕΕ, χωρίς να έχει η Κύπρος μια προστασία από την κατοχική δύναμη, από τη στιγμή που η Λευκωσία εισήλθε στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Η ΕΕ διευρυνόταν συνεχώς και αυτό έδινε οφέλη στη Γερμανία για να ανοίγει αγορές και να κατακτά το εμπορικό γίγνεσθαι της Ευρώπης. Η Ελλάδα -όχι με βάση τη μέθοδο τής μετά Χριστόν Προφητείας- έσφαλε και μπήκε στην παγίδα να εντάξει τα ζωτικά της συμφέροντα σε μια λέσχη, που υπολόγιζε στην πληθυσμιακή έκρηξη της Τουρκίας και στο φτηνό εργατικό της δυναμικό. Η ζυγαριά θα έγερνε πάντα προς την Τουρκία, η οποία το 2005 έδειξε ότι δε θέλει να γίνει πλήρες-μέλος της ΕΕ εκμεταλλευόμενη κατά το δοκούν τις σχέσεις της με την ΕΕ.
Kαι η Ελλάδα; Η Κύπρος; Κατά την άποψη των Βρυξελλών, του Βερολίνου, της Μαδρίτης, της Ρώμης και της Βουδαπέστης, έχουν «σημαντικά διμερή ζητήματα με την Τουρκία τα οποία πρέπει να επιλυθούν με βάση την καλή πίστη». Της δικής μας καλής πίστης, όχι της Τουρκίας. Αποτυχία της ΕΕ λοιπόν έναντι της Τουρκίας, είναι και δική μας αποτυχία, αφού ευθυγραμμίσαμε τα ελληνοτουρκικά με τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ.

ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;
Η Ελλάδα πλέον έχει πολύ λίγες κινήσεις, μετρημένες στα δάχτυλα. Ή ξεχνά οριστικά και αμετάκλητα την αποτυχημένη στρατηγική του Ελσίνκι με την Τουρκία και την απορρέουσα από αυτήν «Ευρωτουρκοποίηση» των «ελληνοτουρκικών» ή θα απειληθεί η εδαφική μας ακεραιότητα με ένα νέο Ανατολικό Ζήτημα. Η Ελλάδα οφείλει πλέον να στραφεί σε συμμάχους της στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, χρειάζεται άμεσα η ενεργοποίηση συμφωνιών διακρατικών με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ που στηρίζουν τις ελληνικές θέσεις, στα επιτρεπτά όρια του κοινοτικού δικαίου (θυμίζω περίπου το 92% της νομοθεσίας μας είναι ευρωπαϊκή).
Οποιαδήποτε περαιτέρω ολιγωρία θα είναι καταστροφική για την Ελλάδα και εύχομαι να έχει υπολογιστεί το κόστος της εμμονής σε θέματα που αφορούν την επαγρύπνηση μιας νεκρής γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, που έχει αποτύχει σε όλες τις κρίσεις που αντιμετώπισε και έχει καταστήσει την ΕΕ περίγελο από κάθε σοβαρή δύναμη και κράτος, μέσα σε αυτές συγκαταλέγεται και η Τουρκία.
Να φέρω στη μνήμη όσων έχουν την ΕΕ για «σπίτι τους άνευ όρων» ότι η Ελλάδα εισήλθε στην ΕΕ για να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και για να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή. Δε μπορεί, κάποιο σοβαρό στρατηγικό λάθος έχουμε κάνει και πρέπει να διορθωθεί. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να εγκαταλείψουν άμεσα την πολιτική του Ελσίνκι, αν δε θέλουν να δουν τον Ελληνισμό να περνά σε νέα φάση αποδόμησης μετά το 1922 και το 1974.
Για να αλλάξει αυτός ο ρους ενός αιώνα, χρειάζεται με SWOT Analysis πλήρης επαναπροσδιορισμός των μέσων και των στόχων που έχουμε έναντι της Τουρκίας. Χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική, η οποία θα έχει ένα αφήγημα νίκης και επιτυχούς αποτροπής απέναντι σε ένα γείτονα που έχει γίνει κυνικός.
*Διεθνολόγος – Συντονιστής του Τομέα Ευρασίας & Ν. Α. Ευρώπης στο ΙΔΙΣ – Research Fellow in HALC (Hellenic American Leadership Council)