ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ
και οι αμυντικές σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας…

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ και οι αμυντικές σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας…

Η επίσκεψη Σολτς στην Ελλάδα έδωσε την αφορμή επαναφοράς του θέματος των γερμανικών επανορθώσεων και του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου. Ειδικά το δεύτερο, αποτελεί κυριολεκτικά μια εξοργιστική και εξόφθαλμη περίπτωση: Τόσο λόγω της άρνησης της γερμανικής πλευράς, όσο και της ακατανόητης(;) ολιγωρίας της ελληνικής στο να διεκδικήσει την εξόφλησή του. Το ερώτημα είναι, εάν υπάρχει τρόπος οι δύο χώρες να προχωρήσουν σε μια διευθέτηση, με τρόπο που να ωφελεί και τις δύο.

Του Ζαχαρία Μίχα*

© defence-point.gr

Η πρωθυπουργική αναφορά ήταν αναμφισβήτητα ορθή, όμως είναι εμφανές ότι την υπαγόρευσε η κατάσταση στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Οι πολεμικές επανορθώσεις πάντα αποτελούσαν ένα θέμα που γεννά στην ελληνική κοινωνία το αίσθημα της αδικίας, πολλώ δε μάλλον το Αναγκαστικό Κατοχικό Δάνειο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει γίνει συνείδηση ότι είναι κάτι διακριτό. Είναι κοινή πεποίθηση ότι η μη διεκδίκηση είναι το αποτέλεσμα των «ειδικών σχέσεων», συχνά αδιευκρίνιστου περιεχομένου, που έχει αναπτύξει το ελληνικό πολιτικό σύστημα με το Βερολίνο.

Το δε ελληνικό δίκιο στην περίπτωση του Δανείου είναι αυταπόδεικτο, καθώς πρόκειται για μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης οικονομική συναλλαγή καταναγκαστικού χαρακτήρα από την πλευρά των Ναζί. Δηλαδή, πρόκειται για διεκδίκηση, στην οποία δεν χρειάζεται καν να υπεισέλθουν πολιτικού-ανθρωπιστικού χαρακτήρα υπολογισμοί. Η διαπραγμάτευση αφορά αποκλειστικά το ύψος της οφειλής. Εκεί υπάρχει κάποιο περιθώριο ευελιξίας. Όπως ένα οποιοδήποτε δάνειο που δεν εξοφλείται ομαλά τοκίζεται και μπορεί να φθάσει σε δυσθεώρητο ύψος, το οποίο εάν υπάρξει βούληση διαπραγμάτευσης μεταξύ δανειστή και δανειολήπτη, μπορεί να προκύψει και συμφωνημένη μείωση του ποσού.

Ας εστιάσουμε, λοιπόν, στο Αναγκαστικό Κατοχικό Δάνειο, διότι εάν επιδεικνυόταν πολιτική βούληση, θα μπορούσε να πιεστεί η γερμανική πλευρά να κάτσει στο τραπέζι και να συζητήσει γι’ αυτό που δεν μπορεί να αποφύγει με πολιτικούς όρους. Το ερώτημα είναι εάν θα μπορούσε να γίνει κατά τρόπον που να χρυσώνει το χάπι για τη Γερμανία. Κέντρο της πρότασή μας είναι ο τομέας της Άμυνας, αν και εκτιμάται ότι το παρόν υπόδειγμα θα μπορούσε επιτυχώς να εφαρμοστεί, με παραλλαγές ή όχι, και σε άλλους τομείς. Η ελληνογερμανική αμυντική συνεργασία αφορά κυρίως στον τομέα των εξοπλισμών με την Ελλάδα αμιγώς στο ρόλο του πελάτη.

ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ

ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Το δε παράδειγμα της γερμανικής «επένδυσης» στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά (ΕΝΑΕ) λόγω του συμβολαίου για τα υπερσύγχρονα υποβρύχια αναερόβιας πρόωσης (AIP) Type 214 Τύπου «Παπανικολής» σε ελληνική υπηρεσία, αποτελεί απόδειξη της νοοτροπίας εκατέρωθεν. Το έργο που ανέλαβε η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία περιορίστηκε στην κατασκευή τμημάτων του ανθεκτικού (πλην του πρωραίου που περιλαμβάνει τους τορπιλοσωλήνες), τον εξοπλισμό τους (oufitting) και την «τελική συναρμολόγηση», αλλά αποκλειστικά για το ελληνικό πρόγραμμα.

Ως αποτέλεσμα, μόλις άρχισαν τα προβλήματα μεταξύ των TKMS/HDW-ΕΝΑΕ (τότε θυγατρική εταιρία της TKMS/HDW) και του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της μη παραλαβής του «Παπαπανικολής». Αιτία η περιβόητη κλίση του, αλλά και η αναστολή, λόγω της υποβόσκουσας οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε το 2010, του προγράμματος των έξι νέων φρεγατών αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής, που αποτελούσε την κύρια προτεραιότητα του Πολεμικού Ναυτικού στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Έτσι οι Γερμανοί το 2009 προσέφυγαν στη διεθνή διαιτησία και έθεσαν την ΕΝΑΕ σε διαδικασία πτώχευσης.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ – ΙΣΡΑΗΛ
Το υπόδειγμα μιας αμοιβαία επωφελούς λύσης, μπορεί να αποδειχθεί μια παραλλαγή της συνεργασίας ανάμεσα σε Ισραήλ και Γερμανία. Μέχρι και σήμερα, οι Ισραηλινοί που χειρίζονται με εντελώς διαφορετική νοοτροπία τις εθνικές τους υποθέσεις, επιλέγουν Γερμανούς προμηθευτές, έχοντας εξασφαλίσει, πολιτικά, «επιδότηση» της συνεργασίας σε ύψος 30% από το γερμανικό προϋπολογισμό. Η πολιτική παρέμβαση στηρίζεται, ακόμα και σήμερα, στο διαρκές και μη παραγραφόμενο Ολοκαύτωμα.

Η Ελλάδα υπέστη τα πάνδεινα από τη γερμανική Κατοχή. Οι καταστροφές και τα εγκλήματα που συντελέστηκαν από τους Ναζί είναι και ιστορικώς τεκμηριωμένα και μη αμφισβητούμενα από γερμανικής πλευράς. Αυτό καθιστά ακόμα πιο «ακατανόητη» τη στάση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας διαχρονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προτείνεται η αντιγραφή της ισραηλινής στρατηγικής μόνο γενικά για πολεμικές επανορθώσεις, αλλά και για τη μη αμφισβητούμενη κλοπή που συνιστά το Αναγκαστικό Κατοχικό Δάνειο, που ουδέποτε εξοφλήθηκε!

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ

ΑΦΗΝΕΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ…
Αυτό θα μπορούσε να αποδειχθεί αμετάκλητα, εάν η Ελλάδα εγκατέλειπε τον επιδεχόμενο πολλαπλών ερμηνειών αμφιλεγόμενο «γεωπολιτικό χειρισμό» και αναζητούσε δρόμο μέσω της διεθνούς Δικαιοσύνης, στην οποία άπαντες ομνύουν. Οι αποζημιώσεις έχουν περισσότερες διαστάσεις. Η πολωνική απαίτηση ιλιγγιώδους αποζημίωσης ύψους 1,3 τρισ. ευρώ, αναδεικνύει το γερμανικό αδιέξοδο. Εάν δεχθεί ακόμα και να συζητήσει, θα έχει ανοίξει την πόρτα για προβολή απαιτήσεων από σειρά χωρών…

Αυτή και μόνο η ανάλυση, αποδεικνύει ότι η περίπτωση του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου αφήνει πολιτικά περιθώρια στη Γερμανία να ασχοληθεί. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί, εάν η ελληνική πλευρά δεν εξαντλήσει τα περιθώρια πιέσεων. Καλές οι αναφορές Μητσοτάκη, δεν αρκούν όμως για να δικαιολογήσουν πειστικά την αδράνεια. Η νομική κινητοποίηση θα πειθανάγκαζε τους Γερμανούς να κάτσουν στο τραπέζι. Εκεί η Ελλάδα θα μπορούσε να φανεί ιδιαίτερα εποικοδομητική, προτείνοντας αμοιβαία επωφελείς λύσεις win-win, όπως αρέσκονται οι πολιτικοί μας να αναφέρουν σε κάθε ευκαιρία…

Η Γερμανία θα είχε επωφεληθεί από τη μη απώλεια της ελληνικής αγοράς π.χ. στην περίπτωση των φρεγατών MEKO 200HN. Εάν είχε ανοίξει μια τέτοια συζήτηση, θα κέρδιζε ένα εξαιρετικό ναυπηγικό συμβόλαιο και η Ελλάδα δε θα συζητούσε να αναλάβει το ρίσκο της αναβάθμισης πολεμικών πλοίων που βρίσκονται στην τρίτη δεκαετία του επιχειρησιακού τους βίου και θα έπρεπε να υπάρχει ήδη σχέδιο αντικατάστασης.

Εάν η οφειλή είχε ποσοτικοποιηθεί, μαζί με μια «επιδότηση» ανάλογη ενδεχομένως των ισραηλινών ναυπηγικών προγραμμάτων (κορβέτες Sa’ar, υποβρύχια Type-212) μέρος της οφειλής θα διαγραφόταν μέσω πραγματικής επένδυσης στις ναυπηγικές υποδομές στην Ελλάδα. Δηλαδή, η εξόφληση της οφειλής θα συνοδευόταν από οφέλη για τη γερμανική βιομηχανία, πέραν της παραμονής σε ένα σημαντικό τομέα μιας αγοράς σαν την ελληνική.

Βέβαια, εδώ θα πρέπει να επισημανθεί, ότι το ισραηλινό «μοντέλο» προβλέπει το σύνολο της εκτέλεσης του έργου από τη γερμανική αμυντική βιομηχανία. Το αν είναι οικονομοτεχνικά εφικτή η επέκτασή του και σε άλλες παραλλαγές στο πλαίσιο της αποπληρωμής του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου, είναι δουλειά εξειδικευμένων επιτροπών, εάν κι εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει να κινητοποιηθεί για το θέμα…

Με την ευκαιρία και επειδή το ζήτημα της ναυτικής ισχύος είναι σοβαρό, αξίζει να υπενθυμιστεί για το ζήτημα των MEKO 200HN, ότι λίγα χρόνια νωρίτερα, η Ελλάδα είχε θέσει στις συνομιλίες της με τη Γαλλία, το ζήτημα της χρηματοδότησης ναυπηγήσεων από τα υπερκέρδη των ελληνικών ομολόγων. Η επιτυχής ευόδωση της ιδέας είχε «αναχαιτιστεί» από τη Γερμανία. Σκέφτηκαν άραγε οι αρμόδιοι την αναβίωση μιας τέτοιας λύσης για νέες ναυπηγήσεις, με παράλληλη συντήρηση των υφισταμένων, έως ότου παραληφθούν και ενταχθούν επιχειρησιακά;

ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΣΑΙΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ…
Άλλος τομέας είναι αυτός των χερσαίων συστημάτων, όπου οι γερμανικές εταιρίες έχουν δεσπόζουσα θέση στο στόλο των ελληνικών τεθωρακισμένων. Εάν υπήρχε απεριόριστος προϋπολογισμός, δε θα υπήρχε θέμα περί της προτεραιότητας μιας συνολικής ή πιο περιορισμένης αναβάθμισης του υφιστάμενου αρματικού δυναμικού. Μέρος μιας συμφωνίας στο πλαίσιο αποπληρωμής του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου, θα μπορούσε επίσης να αποτελεί και η παραχώρηση υλικού από τα αποθέματα των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανίας (οπλικά συστήματα, πυρομαχικά κ.λπ.).

Μια καλά προετοιμασμένη και ολίγον ευφάνταστη διαπραγμάτευση, θα μπορούσε να πάει πολύ πιο μακριά, ακόμα και να συμπεριλάβει στο σχεδιασμό τη γαλλογερμανική συνεργασία στον τομέα των χερσαίων συστημάτων. Θα μπορούσε εν συνεχεία να καταγράψει το σύνολο των αναγκών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε ερπυστριοφόρα, τροχοφόρα και άλλα οχήματα και θα εκπονούσε ένα φιλόδοξο και μακροπρόθεσμο σχέδιο κάλυψης των αναγκών, με την επένδυση σε μονάδες παραγωγής ή συναρμολόγησης και οπωσδήποτε εγχώριας μακροχρόνιας υποστήριξης του υλικού.

Οι οικονομίες κλίμακος που θα προκύπταν, θα μπορούσαν να αποτελέσουν δέλεαρ για την προσέλκυση και άλλων χωρών, αφού όσο περισσότερες μονάδες αφορά ένα συμβόλαιο, τόσο καλύτεροι είναι και οι οικονομικοί όροι. Ταυτόχρονα, οι εμπλεκόμενες βιομηχανίες αποκτούν σαφές προβάδισμα ανταγωνισμού, καθότι καλή είναι η «γεωπολιτική στάθμιση», όλα όμως στο τέλος της ημέρας τα καθορίζει το πορτοφόλι…

Το ανωτέρω γενικό πλάνο χειρισμού της υπόθεσης του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου, είναι μια πρώτη απόπειρα καταγραφής μιας αμοιβαία επωφελούς προσέγγισης για Ελλάδα και Γερμανία. Ενδεχόμενη επιτυχής προώθησή του θα έδινε άλλον αέρα στις διμερείς σχέσεις, ενώ θα αποτελούσε και σημαντική ώθηση για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία που ανέκαθεν έπασχε απέναντι στον αμερικανικό ανταγωνισμό, σε ό,τι αφορά στους αριθμούς των συστημάτων που κατασκευάζονται. Θα μπορούσε άραγε ο ελληνικός χώρος να εκτόξευε έτσι τη γεωπολιτική του σημασία και όχι με αμφιλεγόμενου περιεχομένου χειρισμούς. Think big αγαπητοί…

*Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA