Τι σημαίνουν στην πράξη οι «Πρέσπες του Αιγαίου»

Τι σημαίνουν στην πράξη οι «Πρέσπες του Αιγαίου»

Έχουμε σε παλαιότερα άρθρα αναφερθεί για τη διεθνή τάση που υπάρχει σήμερα, περί της de facto μετατροπής της εγγύς θαλάσσιας έκτασης (πέρα των χωρικών υδάτων) σε χώρο άτυπης εθνικής κυριαρχίας. Αυτό ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του Αιγαίου.

Γράφει ο Κώστας Γρίβας*

© slpress.gr

Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν είναι κάτι στατικό και αναλλοίωτο, ωσάν να είχε παραδοθεί από το Θεό στους ανθρώπους, σαν τις δέκα εντολές και έκτοτε δεν αλλάζει. Το Δίκαιο της Θάλασσας είναι δυναμικό μέγεθος, που λαμβάνει υπόσταση ανάλογα με την ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργεί.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι η νομική βάση της ίδιας της έννοιας των χωρικών υδάτων είναι η στρατιωτική ισχύς. Συγκεκριμένα, η αντίληψη των χωρικών υδάτων διαμορφώθηκε με βάση το λεγόμενο «κανόνα βολής του πυροβόλου» (cannon shot rule) και στην αρχή ήταν τρία ναυτικά μίλια. Το συγκεκριμένο νούμερο προέκυψε από το γεγονός, πως εκείνη την εποχή θεωρείτο ότι αυτό ήταν το αποτελεσματικό βεληνεκές του χερσαίου πυροβολικού εναντίον θαλάσσιων στόχων.

Σε πολύ γενικές γραμμές θα λέγαμε, ότι το εύρος των χωρικών υδάτων διαμορφώθηκε με βάση το κατά πόσον χερσαία οπλικά συστήματα μπορούσαν να ασκήσουν αποφασιστική προβολή ισχύος στη θάλασσα. Εν συνεχεία, οι ικανότητες των πυροβόλων βελτιώθηκαν και τα όρια των χωρικών υδάτων αυξήθηκαν στα έξι και αργότερα στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Όμως, αυτό το νούμερο βρίσκεται πλέον σε δυσαρμονία με τη σύγχρονη στρατιωτική πραγματικότητα.

Αναλυτικότερα, τα τελευταία χρόνια οι μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, με προεξάρχουσα την Κίνα, έχουν προχωρήσει στην ανάπτυξη χερσαίων πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD). Αυτά χρησιμοποιούν εξελιγμένα έκδοχα όπλων πυροβολικού (βαλλιστικούς πυραύλους ή ρουκέτες μεγάλου βεληνεκούς) ικανών να εντοπίζουν και να προσβάλλουν πολεμικά πλοία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ασκούν αποφασιστική προβολή ισχύος σε βάθος πολλών εκατοντάδων (αν όχι χιλιάδων) χλμ. από τις ακτές.

Παρόμοιες ικανότητες αποκτούν και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες με την αντίληψη των διαχωρικών πυρών (το Cross Domain Fires αποτελεί μέρος της ευρύτερης πολεμικής μεθοδολογίας της πολυχωρικής μάχης Multi Domain Battle/MDB) αναπτύσσει συστήματα πυροβολικού, ικανά να ασκήσουν αποφασιστική προβολή ισχύος από τη στεριά προς τη θάλασσα σε εύρος πολλών εκατοντάδων χλμ.

ΤΟ ΕΥΡΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Με άλλα λόγια, η νομική βάση των χωρικών υδάτων, δηλαδή οι ικανότητες των χερσαίων οπλικών συστημάτων να ασκούν προβολή ισχύος στη θάλασσα, έχει μεταβληθεί κατά πολύ τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, η αλλαγή αυτή δεν είναι μόνο ποσοτική αλλά και ποιοτική. Δηλαδή, δεν έχει μόνο αυξηθεί δραματικά το βεληνεκές των χερσαίων συστημάτων πυροβολικού, αλλά και η αποτελεσματικότητά τους.

Στο παρελθόν, τα πολεμικά πλοία μπορούσαν να μονομαχήσουν με το χερσαίο πυροβολικό ακόμη και πολύ κοντά στις ακτές. Ωστόσο, σήμερα ακόμη και οι πιο ισχυρές ναυτικές δυνάμεις, όπως είναι οι ομάδες μάχης των αμερικανικών αεροπλανοφόρων (CCG), μειονεκτούν εμφανώς έναντι ισχυρών πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής σε αποστάσεις πολλών εκατοντάδων χλμ. από τις ακτές. Αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο στο Αιγαίο.

Άρα, ο «κανόνας βολής πυροβόλου» θέτει νέα δεδομένα, όχι μόνο ως προς το εύρος των χωρικών υδάτων, αλλά και ως προς την ενίσχυση της εθνικής κυριαρχίας επί αυτών. Με άλλα λόγια, αν η υπεροχή του χερσαίου πυροβολικού επί της ναυτικής ισχύος είναι αναντίρρητη, τότε τα χωρικά ύδατα μετατρέπονται σε προέκταση της στεριάς προς τη θάλασσα, σε «γαλάζιο εθνικό έδαφος».

Το εύρος τους πλέον δεν είναι τα δώδεκα ναυτικά μίλια, αλλά πολύ περισσότερο. Αυτή η δυνάμει αλλαγή προκύπτει με βάση τον «υπαρξιακό πυρήνα» της ίδιας της νομικής υπόστασης των χωρικών υδάτων, τον «κανόνα βολής του πυροβόλου».

ΕΝΙΑΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ

Αυτή είναι, καταρχάς, μια άκρως θετική προοπτική για την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το Αιγαίο, λόγω της αρχιπελαγικής δομής του, προσφέρει στη χώρα μας μια αδιαίρετη ενότητα στεριάς και θάλασσας, η οποία το μετατρέπει σε ελληνική λίμνη. Όμως, αυτό θα συμβεί, μόνο όταν η Ελλάδα αποδεχθεί να λειτουργήσει με βάση αυτή τη νέα προοπτική, αν όχι πραγματικότητα.

Αντιθέτως, εμμένοντας η Ελλάδα στην πάγια πρακτική της να μην ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο για να μην «ενοχλήσει» την Τουρκία (κάτι που αναμένουμε να συνεχιστεί μετά τους διθυράμβους για «νέα σελίδα στα ελληνοτουρκικά») τότε, εμμέσως πλην σαφώς, κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι αποδέχεται «ασαφή» κυριαρχία και επί των νησιών της.

Η Τουρκία δείχνει πολύ πιο εναρμονισμένη από ό,τι η Ελλάδα με τις διεθνείς εξελίξεις, εξ’ ου και το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας. Επίσης, δεν είναι διόλου τυχαίοι οι τουρκικοί εκβιασμοί στο ΝΑΤΟ για την ονομασία των Στενών και την απαίτηση της να «εξαφανιστεί» η Κύπρος από τους χάρτες της Συμμαχίας (όπου δημοσιεύματα αναφέρονται στη «συμβιβαστική λύση», να περιγράφεται η Μεγαλόνησος με συντεταγμένες!).

Στην περίπτωση του Αιγαίου, η Άγκυρα γνωρίζει ότι η πολιτική γεωγραφία του δεν τη βολεύει και γι’ αυτό επιθυμεί να την αλλάξει. Δε θέλει να βρεθεί «εγκλωβισμένη» μέσα σε χώρο ενοποιημένης «θαλασσοχερσαίας» ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Γι’ αυτό αμφισβητεί ολοκληρωτικά την ελληνική εθνική υπόσταση, κάτι το οποίο θα συνεχίσει να κάνει, παρά τους «χαμηλούς τόνους» που εσχάτως κρατά.

ΤΙ ΘΕΛΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συγκεκριμένη εξέλιξη, φυσικά, καθιστά επικίνδυνα ανεδαφικές τις όποιες αντιλήψεις περί «συμβιβασμού» με τον τουρκικό επεκτατισμό, τις οποίες ειδικά τελευταία ακούμε όλο και πιο έντονα στο δημόσιο λόγο, ακόμα και για «Πρέσπες του Αιγαίου». Ο λόγος είναι ότι ο «συμβιβασμός» που θέλει η Τουρκία είναι να μετατραπεί το Αιγαίο και μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου σε γεωπολιτική «επιχωμάτωση», σε προέκταση της τουρκικής στεριάς προς τη θάλασσα.

Στην πορεία του ο τουρκικός στρατηγικός στόχος βρίσκει το εμπόδιο των ελληνικών νησιών, τα οποία μετατρέπονται σε πυρήνα μιας αδιαίρετης θαλασσοχερσαίας ενότητας. Άρα, η Άγκυρα πρέπει να τα μετατρέψει σε χώρο ασαφούς κυριαρχίας, αν όχι να τα απορροφήσει πλήρως, για να επιτύχει τις γεωπολιτικές της στοχεύσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να αντιληφθεί ότι η χώρα μας λειτουργεί μέσα σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο διεθνές σύστημα, το οποίο βρίσκεται σε φάση βίαιης μετεξέλιξης.

Παράλληλα, είναι ανάγκη να αντιληφθεί, ότι το Δίκαιο της Θάλασσας είναι –όπως ήδη αναφέραμε– δυναμικό, όχι στατικό μέγεθος. Ένα μέγεθος που εξελίσσεται και μεταλλάσσεται ανάλογα με τα διεθνή γεωπολιτικά δρώμενα, έστω και αν αυτά συμβαίνουν σε τόπους μακρινούς και δεν αποτυπώνονται (ακόμη) στο γράμμα του νόμου. Ωστόσο, τα δρώμενα αυτά προκύπτουν από ζυμώσεις στην υπαρξιακή βάση του Δικαίου της Θάλασσας, που είναι ο ανταγωνισμός της χερσαίας στρατιωτικής ισχύος με τη θαλάσσια.

*Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών, διευθυντής του Τομέα Θεωρίας και Ανάλυσης Πολέμου στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.