Παράνομοι μετανάστες ή πρόσφυγες;

Πρέπει να γίνονται επαναπροωθήσεις;

Μπορεί πριν δύο χρόνια ο Ερντογάν να μην τα κατάφερε, όταν χιλιάδες παράνομοι μετανάστες επιχείρησαν με την καθοδήγηση των τουρκικών αρχών να εισβάλουν στον Έβρο, αλλά δεν το έχει βάλει κάτω. Πρόσφατα, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για επίσκεψη στην Ουκρανία, επιτέθηκε με πρωτοφανή τρόπο στην Ελλάδα, ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορώντας την ότι ευθύνεται για κακομεταχείριση και θανάτους προσφύγων, όπως αυτοί που συνέβησαν προ ημερών στον Έβρο.

Σταύρος Λυγερός*
© slpress.gr

Αυτή τη φορά, λοιπόν, ο Ερντογάν δεν εργαλειοποίησε τους παράνομους μετανάστες, οργανώνοντας μία υβριδική επίθεση στα ελληνικά σύνορα, όπως είχε πράξει το Μάρτιο 2020. Τους εργαλειοποίησε σε προπαγανδιστικό επίπεδο, προαναγγέλλοντας μία επικοινωνιακή επίθεση παγκόσμιας κλίμακας. Δεν αποκλείεται αυτή η κίνηση να έχει και πρόσθετο σκοπό να τορπιλίσει την προσπάθεια της Ελλάδας να εκλεγεί μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Σ’ αυτό το κλίμα και λόγω και της καταγγελίας μίας Ιρανής, ότι έξι φορές εισήλθε στην Ελλάδα και άλλες τόσες επαναπροωθήθηκε στην Τουρκία από τις ελληνικές αρχές, είναι επιβεβλημένο να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Γιατί και πότε η επαναπροώθηση είναι ανήθικη πράξη; Εάν ένας Εβραίος περνούσε παράνομα από τη ναζιστική Γερμανία στην Ελβετία και οι Ελβετοί τον επαναπροωθούσαν, γνωρίζοντας ότι θα συλληφθεί, θα διέπρατταν ηθικό έγκλημα. Το ίδιο εάν επαναπροωθούσε η Τουρκία έναν αντιστασιακό στην Ελλάδα επί χούντας, ή μία δυτική χώρα έναν αντιφρονούντα σε χώρα του τέως Ανατολικού Συνασπισμού, ή η Ελλάδα έναν γκιουλενιστή ή Κούρδο ακτιβιστή στην Τουρκία. Τέτοιου είδους επαναπροώθηση είναι πράγματι ηθικό έγκλημα, κι αυτό ακριβώς πολύ σωστά αποτρέπει το διεθνές δίκαιο.

Στην περίπτωση των μεταναστευτικών ροών από την Τουρκία προς την Ελλάδα, όμως, έχουμε ένα τελείως διαφορετικό φαινόμενο. Αυτοί που έρχονται στην Ελλάδα όχι μόνο δε διώκονται στην Τουρκία, αλλά είναι συνήθως οι τουρκικές αρχές, μέσω ελεγχόμενων διακινητών, που οργανώνουν τις μεταναστευτικές ροές.

Δε γνωρίζω εάν οι ελληνικές αρχές πραγματοποιούν επαναπροωθήσεις. Ας αναρωτηθούμε, όμως, γιατί μία τέτοια επαναπροώθηση είναι ηθικά μεμπτή, εφόσον, βεβαίως, οι επαναπροωθούμενοι δεν υφίστανται κακομεταχείριση. Υπογραμμίζω ότι η παράνομη είσοδος σε μία χώρα δεν είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Είναι παρανομία, η οποία σε όλα τα κράτη τιμωρείται.

Εάν, βεβαίως, αναγνωρισθεί ότι αυτός που εισήλθε παρανόμως πραγματικά κινδύνευε στην Τουρκία (π.χ. ένας γκιουλενιστής ή Κούρδος ακτιβιστής) δικαιούται άσυλο. Όσοι, όμως, κρίθηκε ότι δε δικαιούνται άσυλο, σε μία συντεταγμένη Πολιτεία θα έπρεπε να τιμωρούνται από τη Δικαιοσύνη και πάντως να απελαύνονται με κάθε διαθέσιμο τρόπο χωρίς καθυστέρηση.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Έτσι ερχόμαστε στο ζήτημα, ποιοι είναι παράνομοι μετανάστες και ποιοι πρόσφυγες. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι ομιλούν για προσφυγικό και κάποιοι άλλοι για μεταναστευτικό. Οι όροι έχουν κρίσιμη σημασία, επειδή προδιαγράφουν και τον τρόπο αντιμετώπισης. Για την ακρίβεια, γίνεται ιδεολογική χρήση των όρων «πρόσφυγας» και «οικονομικός μετανάστης».

Ο θεσμός της παροχής ασύλου σε πρόσφυγες αποτελεί κατάκτηση του πολιτισμού και πρέπει να διαφυλαχθεί. Για να εξασφαλίζεται προστασία σ’ όσους πραγματικά την έχουν ανάγκη, όμως, πρέπει να εφαρμόζονται σαφή κριτήρια για το ποιοι είναι πρόσφυγες και ποιοι παράνομοι μετανάστες (οικονομικοί). Το άσυλο θεσπίσθηκε με τη Σύμβαση της Γενεύης το 1951 για να προστατεύσει άτομα που διώκονται προσωπικά για τις πολιτικές πεποιθήσεις τους, την εθνικότητα, τη θρησκεία ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους. Δεν είναι δυνάμει πρόσφυγες όσοι κατοικούν σε χώρες όπου υπάρχουν ένοπλες συγκρούσεις.

Τη δεκαετία του 1990 άρχισε αυτό που αποκαλείται forum shopping. Οι συνήθως παράνομοι μετανάστες έκαναν αίτηση για άσυλο σε 3-4 κράτη και περίμεναν να δουν ποιο θα τους το δώσει. Γι’ αυτό θεσπίσθηκε το 1999 το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου. Τμήμα του είναι οι κανονισμοί «Δουβλίνο». Βάσει αυτών, κάποιος μπορεί να υποβάλει αίτηση μόνο στη χώρα πρώτης εισόδου. Η μετάβαση στην ΕΕ κατέστη πλέον δύσκολη, αφού οι χώρες – μέλη επέβαλαν ίδιες απαιτήσεις για παροχή βίζας. Η υποχρέωση βίζας ανέκοψε σε μεγάλο βαθμό τις νόμιμες ροές προσφύγων. Η πίσω πόρτα, όμως, παρέμεινε ανοιχτή και οι παράνομοι μετανάστες τη χρησιμοποιούν.

ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ – ΟΧΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ

Δύο χρόνια μετά τη θέσπιση του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου έγινε η επέμβαση των Δυτικών στο Αφγανιστάν (2001) και δύο χρόνια αργότερα στο Ιράκ. Αυτές προκάλεσαν μια μεγάλη ροή προς την Ευρώπη. Είναι αναμφισβήτητο, ότι λόγω των πολέμων η ζωή των Αφγανών, των Ιρακινών και των Σύριων έγινε δύσκολη και ο κίνδυνος για την ασφάλεια των κατοίκων μεγάλωσε.

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνο του για να χαρακτηρισθούν πρόσφυγες. Πρόσφυγας είναι αυτός που κινδυνεύει άμεσα η ζωή του για ειδικούς λόγους. Η ιδιότητα τού πρόσφυγα – όπως προανέφερα – είναι προσωποποιημένη, όχι συλλογική. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν συλλήβδην όλοι οι Σύριοι πρόσφυγες, επειδή στη Συρία γινόταν πόλεμος.

Τα κριτήρια της Σύμβασης της Γενεύης, όμως, έχουν ξεχειλώσει, οδηγώντας σε αδιέξοδο. Αν δικαιούνται προστασία πρόσφυγα όλοι οι κάτοικοι των ουκ ολίγων χωρών, στις οποίες διεξάγονται ένοπλες συγκρούσεις, η Ευρώπη θα έπρεπε δυνάμει να προσφέρει προστασία σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια. Όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, όμως, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες ήδη υφίστανται τις παρενέργειες της μαζικής αλλά πολύ μικρότερης σημερινής μετανάστευσης, αντιδρούν έντονα.

Το ξεχείλωμα των κριτηρίων της Σύμβασης της Γενεύης, ενέτεινε και την προϋπάρχουσα των πολέμων σε Αφγανιστάν και Ιράκ ροή παράνομων οικονομικών μεταναστών από Ασία και Αφρική. Λόγω της διαφοράς βιοτικού επιπέδου, της επιδείνωσης των συνθηκών ζωής και της έλλειψης ευκαιριών, και όσοι δεν κινδυνεύουν στις χώρες τους προσπαθούν να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Έτσι, η μεταναστευτική ροή έχει διογκωθεί και είναι με διακυμάνσεις διαρκής. Λόγω γεωγραφίας, οι χώρες – πύλες είναι η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία.

ΟΤΑΝ Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Οι Σύριοι, που υποχρεώθηκαν λόγω του πολέμου να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, αρχικά κατέφυγαν σχεδόν στο σύνολό τους σε τρεις γειτονικές χώρες: στην Τουρκία, στο Λίβανο και στην Ιορδανία. Η Τουρκία, όμως, τυπικώς δεν εφαρμόζει τη σύμβαση της Γενεύης για προερχόμενους από την Ασία και την Αφρική. Το γεγονός αυτό δημιουργεί νομικό πρόβλημα, αλλά επί της ουσίας η Τουρκία είναι «ασφαλής χώρα».

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Σύριοι που έχουν καταφύγει στην Τουρκία και στις δύο άλλες χώρες, δεν κινδυνεύουν. Μπορεί οι συνθήκες στους καταυλισμούς που μένουν να είναι κακές, αλλά δεν τίθεται ζήτημα διώξεων, ή απειλών για τη ζωή τους. Ένας Σύριος που κατέφυγε στην Τουρκία μπορεί – έστω και καταχρηστικά – να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας. Γιατί, όμως, είναι πρόσφυγας όταν εισέρχεται παράνομα στον Έβρο ή στα ελληνικά νησιά;

Προφανώς, ο Σύριος φεύγει από την Τουρκία με σκοπό να μεταβεί και εγκατασταθεί στη δυτική Ευρώπη, για να αρχίσει εκεί μια νέα καλύτερη ζωή. Ενώ όταν έφευγε από τη Συρία για να πάει στην Τουρκία ήταν μάλλον πρόσφυγας, όταν εισέρχεται στην Ελλάδα, κατά κανόνα λειτουργεί ως παράνομος οικονομικός μετανάστης. Με το στέρεο αυτό λογικό κριτήριο, μόνο ελάχιστοι από όσους εισέρχονται στα νησιά μπορούν να χαρακτηρισθούν πρόσφυγες.

ΕΝΑ ΔΙΑΤΡΗΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ

Νομικοί χρησιμοποιούν ένα καθόλα διαβλητό κριτήριο γι’ αυτή την περίπτωση. Υποστηρίζουν πως εάν παρέμεινε στην Τουρκία για κάποιους μήνες, σημαίνει ότι η Τουρκία είναι ασφαλής χώρα γι’ αυτόν και ως εκ τούτου δε δικαιούται την ιδιότητα του πρόσφυγα όταν εισέρχεται στην Ελλάδα. Εάν, όμως, δεν παρέμεινε στην Τουρκία για ικανό διάστημα τη δικαιούται.

Το κριτήριο είναι διάτρητο. Ένας π.χ. Σύριος που εγκατέλειψε τη χώρα του, λόγω πολέμου, γιατί να μην κατευθυνθεί αμέσως προς την Ελλάδα με σκοπό μία καλύτερη ζωή στη δυτική Ευρώπη, αντί να εγκλωβισθεί σε δομές φιλοξενίας στην Τουρκία; Πολλοί έκαναν αυτή την επιλογή. Γιατί να μην την κάνουν κι άλλοι, όταν γνωρίζουν πως εάν κατευθυνθούν γρήγορα προς την Ελλάδα, η αίτησή τους για άσυλο θα γίνει δεκτή;

Προφανώς είναι άδικο η Τουρκία, ο Λίβανος και η Ιορδανία να σηκώνουν ένα δυσανάλογα μεγάλο βάρος, μόνο και μόνο επειδή γειτνιάζουν με τη Συρία και ως εκ τούτου είναι οι πρώτες χώρες που υποδέχθηκαν τους Σύριους. Η αλήθεια είναι ότι η ΕΕ ήταν εξαιρετικά τσιγκούνα, όσον αφορά τη βοήθεια που αρχικά προσέφερε σ’ αυτές τις τρεις χώρες. Μόνο όταν η Άγκυρα άρχισε τους εκβιασμούς, ανοίγοντας τη στρόφιγγα, εξασφάλισε αρκετά δισ. ευρώ, αν και λιγότερα από όσα είχε υποσχεθεί η Μέρκελ. Η Ιορδανία και ο Λίβανος, όμως, που αναλογικά με τον πληθυσμό τους φιλοξενούν περισσότερους πρόσφυγες, έχουν πάρει συγκριτικά πολύ λιγότερη βοήθεια.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ

Ακόμα κι αν καταχρηστικά θεωρηθεί, ότι π.χ. οι Σύριοι δικαιούνται την ιδιότητα του πρόσφυγα παντού, εγείρεται ένα ζήτημα. Το καθεστώς προστασίας λήγει, όταν αρθούν οι συνθήκες που μετέτρεψαν ένα Σύριο σε πρόσφυγα, όταν δηλαδή μπορεί με ασφάλεια να επιστρέψει στην πατρίδα του. Σήμερα στη Συρία επικρατούν συνθήκες ειρήνης, με την εξαίρεση της επαρχίας Ιντλίμπ και περιοχών στη βόρεια Συρία, λόγω της τουρκικής εισβολής.

Δε θα έπρεπε, λοιπόν, οι πρόσφυγες που έχουν καταφύγει στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και σε Τουρκία, Ιορδανία και Λίβανο, να επιστρέψουν στις εστίες τους, εάν αυτές βρίσκονται στις περιοχές της Συρίας, στις οποίες έχει αποκατασταθεί η ειρήνη και η ασφάλεια; Τουλάχιστον όσοι δεν είναι αποδεδειγμένα χαρακτηρισμένοι εχθροί του καθεστώτος Άσαντ. Ελάχιστοι, όμως, επιστρέφουν. Το γεγονός ότι εκεί υπάρχουν καταστροφές, δεν είναι δικαιολογία. Κάθε λαός που εξέρχεται από πόλεμο ανασκουμπώνεται για να ανασυγκροτήσει τη ζωή του στην πατρίδα του.

Όσοι από Ασία και Αφρική έλαβαν άσυλο, όμως, δεν επιστρέφουν στις πατρίδες τους, ακόμα κι όταν δε διατρέχουν κανένα κίνδυνο εκεί. Το άσυλο μετατρέπεται αυθαιρέτως σε δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης στις ευρωπαϊκές χώρες! Με άλλα λόγια, τη στάση τους δεν καθορίζει η – έστω και αμφιλεγόμενη – ιδιότητα του πρόσφυγα, αλλά η λογική του οικονομικού μετανάστη, που ψάχνει μία θέση στον ήλιο της πλούσιας Δύσης.

*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός-διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.