Πάει πιο πίσω η έναρξη της τουριστικής σεζόν

Περισσότερα φέτος τα ξενοδοχεία με μικρότερη αγορά

Όλο και πιο πίσω μεταφέρει την ημερομηνία έναρξης της θερινής σεζόν για όλη τη Μεσόγειο η έξαρση της πανδημίας στις βορειοευρωπαικές χώρες. Παράλληλα, προβληματισμό δημιουργεί στους Έλληνες ξενοδόχους και ο έντονος ανταγωνισμός που ενδέχεται να καταγραφεί μεταξύ των μονάδων, καθώς φέτος αναμένεται σε κάθε προορισμό να ανοίξουν όλα τα ξενοδοχεία, με αποτέλεσμα το κομμάτι της πίτας που αναλογεί σε κάθε ένα να είναι μικρότερο απ’ ό,τι πέρυσι.

Λάμπρος Καραγεώργος

Όπως επισημαίνουν ξενοδοχειακοί κύκλοι που παρακολουθούν από πολύ κοντά τις εξελίξεις, οι προκρατήσεις αυτή την περίοδο είναι ελάχιστες και σε κάθε περίπτωση πολύ χαμηλότερες σε σύγκριση με πέρυσι στην αρχή της περιόδου, όταν και καταγράφονταν νέα ρεκόρ.
Όπως αναφέρει ισχυρός ξενοδοχειακός παράγοντας, αυτή την περίοδο μεγάλο πρόβλημα καταγράφεται από την αγορά της Μεγάλης Βρετανίας, καθώς το σκληρό lockdown που επέβαλε η κυβέρνηση δημιουργεί αρνητική διάθεση για διακοπές στους πολίτες. Επίσης, πρόβλημα συνιστούν και οι καθυστερήσεις που παρουσιάζονται στον εμβολιασμό των Ευρωπαίων, καθώς σχεδόν όλες οι χώρες δείχνουν να μένουν πίσω σε σύγκριση με τον αρχικό προγραμματισμό.

ΧΑΜΗΛΑ ΟΙ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ
Η όλη κατάσταση που παρουσιάζεται στη διαχείριση της πανδημίας αναμένεται να οδηγήσει σε καθυστερημένη έναρξη της τουριστικής περιόδου φέτος, αφού αν και υπάρχει η θέληση για ταξίδια και διακοπές, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε κρατήσεις. Όπως δείχνουν τα πράγματα, πριν από το τέλος Ιανουαρίου δεν πρόκειται να αλλάξει αυτή η εικόνα.
Έτσι θεωρείται σχεδόν αδύνατο να ξεκινήσει η σεζόν Μάρτιο ή Απρίλιο, με τις εκτιμήσεις να την τοποθετούν μέσα στο Μάιο. Ο αρχικός προγραμματισμός των περισσότερων ελληνικών ξενοδοχείων είναι να ανοίξουν λίγο πριν από το ορθόδοξο Πάσχα, που φέτος «πέφτει» στις 2 Μαΐου, ωστόσο πολλά θα εξαρτηθούν τελικά από το πώς θα αντιμετωπισθεί τους πρώτους μήνες του έτους η πανδημία Covid-19.

Η ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
ΤΟ ΜΟΝΟ ΣΙΓΟΥΡΟ
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη «Ν», το μόνο σίγουρο προς το παρόν είναι η αβεβαιότητα για το τι πραγματικά θα συμβεί. Υπάρχει ήδη η περσινή εμπειρία όταν κάθε μέρα διαψεύδονταν οι εκτιμήσεις της προηγούμενης, σημειώνει παράγων της αγοράς και προσθέτει ότι και φέτος μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο, αφού ουσιαστικά παραμένει άγνωστη η πορεία της πανδημίας.
Αυτή η αβεβαιότητα συρρικνώνει τη σεζόν, για την οποία σε κάθε προορισμό θα ανταγωνίζεται μεγαλύτερος αριθμός ξενοδοχείων σε σύγκριση με το 2020, καθώς, όπως αναφέρει άλλος ξενοδοχειακός παράγοντας στη «Ν», δεν είναι δυνατόν για ένα ξενοδοχείο να παραμείνει κλειστό και για δεύτερη σεζόν. Έτσι, σε κάθε προορισμό περισσότερες μονάδες θα διεκδικούν κομμάτια από την «πίτα», με αποτέλεσμα το «κομμάτι» να είναι μικρότερο για την κάθε μονάδα.

ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Πάντως, οι περισσότεροι ξενοδόχοι θεωρούν ότι πολλά θα αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν από το τέλος Ιανουαρίου. Επισημαίνεται ότι το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει έσοδα και αφίξεις στα επίπεδα του 50%-60% του 2019, που σημαίνει περίπου 18 εκατ. τουρίστες και πάνω από 10 δισ. ευρώ έσοδα. Εξάλλου, και οι προβλέψεις των Ευρωπαίων tour operators κάνουν λόγο για διάθεση αεροπορικών θέσεων στο 80% αυτών του 2019.
Επίσης, ένα στοίχημα είναι αν θα έχουμε επιμήκυνση της σεζόν μέχρι το τέλος Νοεμβρίου, σε ορισμένους τουλάχιστον προορισμούς.

ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗ
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ελλάδα παραμένει κορυφαία επιλογή για όσους Ευρωπαίους δηλώνουν έτοιμοι να κάνουν ένα ταξίδι τούς επόμενους έξι μήνες. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταξιδιών (ETC) «Monitoring Sentiment for Domestic and Intra-European Travel – Wave 3», η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση με ποσοστό 5,6% και ακολουθεί τις μεγαλύτερες πληθυσμιακά τουριστικές αγορές. Ειδικότερα, πρώτη είναι η Ισπανία με ποσοστό προτίμησης 8,2%, δεύτερη η Ιταλία με 8,1%, τρίτη η Γαλλία με 7,1% και τέταρτη η Γερμανία με 6,3%. Στην αντίστοιχη μέτρηση που είχε προηγηθεί το Νοέμβριο του 2020 η χώρα μας ήταν και πάλι στην πέμπτη θέση με ποσοστό 5,5% (και τότε προηγούνταν οι Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία και Γερμανία), ενώ στην πρώτη έρευνα που είχε διεξαχθεί τον περασμένο Οκτώβριο βρισκόταν στην τέταρτη θέση με 6,2% (τότε προηγούνταν οι Ισπανία, Γαλλία και Ιταλία).