Μια ανάσα από την εξουσία η γερμανική ακροδεξιά

Μια ανάσα από την εξουσία η γερμανική ακροδεξιά

Η επιτυχία του ακροδεξιού AfD, το οποίο σημείωσε εντυπωσιακά ποσοστά στις περιφερειακές εκλογές σε δύο γερμανικά κρατίδια, έχει εγείρει ανησυχίες σχετικά με το πόσο καιρό το κόμμα μπορεί να παραμείνει εκτός κυβέρνησης, καθώς οι ηγέτες του άσκησαν πιέσεις για ένα μελλοντικό δεξιό συνασπισμό τη Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2023.

Συντάκτης: Nick Alipour 
Πηγή: EurActiv.de
Μετάφραση: Μαριάνθη Πελεκανάκη

Πέραν του ότι τα κεντροδεξιά κόμματα CDU και CSU αναδείχθηκαν πρώτοι στις εκλογές της Κυριακής 8/10 στην Έσση και τη Βαυαρία, το AfD σημείωσε πρωτοφανή ποσοστά 18,4% και 14,6%, αντίστοιχα, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα.

Ενθαρρυμένη από τα αποτελέσματα της Κυριακής, η ηγεσία του AfD ζήτησε τη Δευτέρα να τερματιστεί η απομόνωσή της από την κυβέρνηση, καθώς τα άλλα κόμματα έχουν παραδοσιακά τραβήξει μια κατηγορηματική κόκκινη γραμμή – ένα «τείχος προστασίας» – όσον αφορά οποιαδήποτε συνεργασία με την ακροδεξιά λόγω του φασιστικού παρελθόντος της Γερμανίας.

«Η συζήτηση για το “τείχος προστασίας” είναι βαθιά αντιδημοκρατική και αποκλείει εκατομμύρια ψηφοφόρους από το αποδεκτό εύρος», δήλωσε τη Δευτέρα 9/10 στους δημοσιογράφους η Άλις Βάιντελ (φωτ.), συμπρόεδρος του AfD. Υποστήριξε ότι οι περιφερειακές εκλογές ήταν μια σαφής ψήφος υπέρ ενός δεξιού συνασπισμού μεταξύ της κεντροδεξιάς και του AfD, προβλέποντας το επικείμενο τέλος του «τείχους προστασίας» και πρόσθεσε ότι «αυτή η απαξίωση και η περιφρόνηση τού AfD δε θα διαρκέσει πολύ».

Στη Βαυαρία και την Έσση, το AfD δε θα έχει ρόλο στις συνομιλίες για το συνασπισμό, καθώς το CDU και το CSU έχουν ήδη ανακοινώσει ότι θα συνεχίσουν τους συνασπισμούς τους με τους νεότερους εταίρους τους, τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους. Ωστόσο, τα κέρδη του AfD φάνηκε να προαναγγέλλουν μια ευρύτερη μετατόπιση του εκλογικού σώματος, γεγονός που δε θα επιτρέψει για πολύ πιθανόν στα υπόλοιπα κόμματα να το αγνοούν. Γι’ αυτό και η Βάιντελ πανηγύρισε για τα αποτελέσματα χαρακτηρίζοντάς τα ως «διπλό κτύπημα».

«Στη Γερμανία, βλέπουμε τους ψηφοφόρους να μετακινούνται από τα αριστερά προς τα δεξιά», δήλωσε ο Βάιντελ.

Με κέρδη περίπου 5% σε κάθε εκλογική αναμέτρηση – περισσότερα από κάθε άλλο κόμμα μαζί – το AfD απέδειξε ότι μπορεί να μεταφράσει τις εντυπωσιακές δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών σε πραγματικές ψήφους. Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα πολύτιμη νίκη για το κόμμα, αποδεικνύοντας την ανταγωνιστικότητά του σε δύο δυτικά γερμανικά κρατίδια.

Οι προηγούμενες επιτυχίες είχαν συχνά αποτιμηθεί ως φαινόμενο που περιοριζόταν κυρίως στην Ανατολική Γερμανία, όπου οι ψηφοφόροι λέγεται ότι ήταν απογοητευμένοι από την επικρατούσα ανισότητα μετά τη γερμανική επανένωση.

Σε αντίθεση με αυτή την ερμηνεία του AfD ως καταλύτη της ψήφου διαμαρτυρίας, οι περισσότεροι Βαυαροί ψηφοφόροι του AfD δήλωσαν ότι ψήφισαν το κόμμα από πεποίθηση και όχι από απογοήτευση, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Infratest Dimap.

Τα αποτελέσματα αυξάνουν τις ελπίδες στο εσωτερικό του κόμματος ότι σύντομα θα μπορούσε να γίνει πολύ μεγάλο για να αγνοηθεί στις διαπραγματεύσεις για συνασπισμό, ιδίως στις περιφερειακές εκλογές του 2024 στη Σαξονία και τη Θουριγγία, όπου το κόμμα κατέχει την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις. Ενώ το CDU επιμένει επισήμως να διατηρεί το «τείχος προστασίας», το περιφερειακό τμήμα τού κόμματος στη Θουριγγία έχει ήδη κάνει προσεκτικά βήματα προς την κατεύθυνση της αυξημένης συνεργασίας, καθώς πρόσφατα συντονίστηκε με το AfD σε κρίσιμες ψηφοφορίες.

Μεταξύ των λόγων πίσω από την άνοδο της ακροδεξιάς ήταν η προβληματική φήμη της κεντροαριστερής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του SPD, η οποία παλεύει τώρα με εσωτερικές διαμάχες, ενώ η χώρα δυσφημίζεται για την οικονομία της, δήλωσε τη Δευτέρα 9/10 στο Phoenix ο Ούβε Τζουν, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Τρίερ. Ο ίδιος δε, θεωρεί ότι η άνοδος τού AfD είναι κατ’ αρχήν ασταμάτητη. «Ο συνασπισμός πρέπει να έχει επίγνωση ενός πράγματος: πάνω από το 70% του πληθυσμού πιστεύει ότι ο πλούτος και η οικονομία της Γερμανίας βαίνουν προς τα κάτω – αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί και αυτό είναι το καθήκον της ομοσπονδιακής κυβέρνησης», δήλωσε ο Τζουν.