Με ποια κριτήρια σχηματίζει κυβέρνηση ο Κυριάκος

Ο ανασχηματισμός ήταν πάντα μία δύσκολη εξίσωση για κάθε πρωθυπουργό. Το γεγονός ότι έχει το θεσμικό προνόμιο να μοιράζει χαρτοφυλάκια, δηλαδή πολιτική εξουσία, δε σημαίνει ότι μπορεί να το κάνει αποκλειστικά και μόνο με βάση την προσωπική του εκτίμηση για τα πρόσωπα. Είναι προφανές πως λαμβάνει υπόψη του σειρά παραγόντων. Ο Κυριάκος δεν αποτελεί εξαίρεση. Πριν αναφερθώ στον τωρινό ανασχηματισμό, ας μου επιτραπεί μία γενική αναφορά σ’ αυτούς τους παράγοντες.

Σταύρος Λυγερός*

Δε μιλάμε για δικομματικές ή τρικομματικές κυβερνήσεις, οπότε η σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου αποτελεί και θεσμικά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των πολιτικών αρχηγών κι αυτών με τα κόμματά τους. Μιλάμε για μονοκομματική κυβέρνηση, προϊόν αυτοδυναμίας. Και σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, οι εσωκομματικές ισορροπίες είναι ένας μόνο από αυτούς τους παράγοντες, ο πιο προφανής.

Όταν λέμε εσωκομματικές ισορροπίες εννοούμε τρία πράγματα:

-Πρώτον, ισορροπίες εντός του πρωθυπουργικού κύκλου, ή αλλιώς εντός των «προεδρικών».

-Δεύτερον, ισορροπίες ανάμεσα στους προεδρικούς και στις άλλες εσωκομματικές ομάδες.

-Τρίτον, ισορροπίες στο επίπεδο της γεωγραφικής εκπροσώπησης. Αυτές οι ισορροπίες, μάλιστα, αποκτούν αυξημένη βαρύτητα εάν υπάρχει προοπτική εκλογών, όπως τώρα.

Πέρα, ωστόσο, από τις ορατές εσωκομματικές ισορροπίες, υπάρχουν και οι εξωκομματικές, που σχεδόν πάντα είναι «αόρατες». Οι προτιμήσεις του ευρωιερατείου για πρόσωπα που θα αναλάβουν χαρτοφυλάκια, όπως π.χ. το Οικονομικών, λαμβάνονται περισσότερο ή λιγότερο υπόψη. Το ίδιο και οι προτιμήσεις της Ουάσιγκτον για το ποιοι θα αναλάβουν ειδικά χαρτοφυλάκια, όπως το Εξωτερικών, το Άμυνας και το Προστασίας του Πολίτη.

Τέλος, υπάρχει και ένα άλλο επίπεδο εξωκομματικών ισορροπιών: οι προτιμήσεις των ολιγαρχών του πλούτου και των Μίντια. Όσο κι αν δεν ομολογείται, ο πρωθυπουργός λαμβάνει κι αυτές υπόψη του όταν συνθέτει την κυβέρνησή του. Κι αυτό, επειδή η τοποθέτηση του ενός ή του άλλου υπουργίσιμου μπορεί να εξασφαλίσει την οικονομική ή μιντιακή στήριξη του ενός ή του άλλου ολιγάρχη.

«ΩΣ ΕΝΑ ΒΑΘΜΟ»

Όλα τα παραπάνω είναι ως ένα βαθμό αναπόφευκτα. Η πολιτική επιλογή δεν ήταν ποτέ η προβολή αποκλειστικά και μόνο της βούλησης του εκάστοτε ηγέτη, πολύ περισσότερο σε κοινοβουλευτικά καθεστώτα, όπου η διαπλοκή αποτελεί μη θεσμική, αλλά υπαρκτή συνιστώσα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η κρίσιμη λέξη είναι το «ως ένα βαθμό». Κι όλα δείχνουν πως εδώ υπάρχει ζήτημα.

Ας μιλήσουμε τώρα για τον τωρινό ανασχηματισμό. Για να τον κρίνουμε είναι απαραίτητο να γυρίσουμε στον Ιούλιο 2019 για να ιχνηλατήσουμε τα κριτήρια, με τα οποία ο Μητσοτάκης είχε τότε σχηματίσει την κυβέρνηση. Θα παρακάμψω τη δέσμευση που είχαμε ακούσει και από αυτόν και από τους προκατόχους του περί ολιγομελούς και ευέλικτου σχήματος.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα στερεότυπο, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις «αναμφισβήτητης αλήθειας» μόνο και μόνο επειδή οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη είναι συνήθως μικρότερες σε αριθμό. Μόνο που ό,τι δουλεύει καλά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δε σημαίνει πως θα δουλέψει καλά και εδώ. Στην Ελλάδα η δημόσια διοίκηση είναι παραδοσιακά ευνουχισμένη από το πολιτικό-κομματικό σύστημα.

Ως εκ τούτου, οι υπουργοί, υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς κάνουν σε μεγάλο βαθμό διαχείριση κι όχι μόνο πολιτικό σχεδιασμό, όπως είναι ο ρόλος τους. Αυτό δεν αλλάζει με διοικητική απόφαση. Χρειάζεται, λοιπόν, να οικοδομηθεί μία άλλη κουλτούρα στη σχέση κυβέρνησης – δημόσιας διοίκησης για να μπορούν οι υπουργοί να περιορίζονται στον πολιτικό σχεδιασμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ όλοι οι ερχόμενοι πρωθυπουργοί «ορκίζονται» ότι θα σχηματίσουν «μικρή και ευέλικτη κυβέρνηση», όταν έρχεται η ώρα και την ανακοινώνουν ο αριθμός υπουργών και υφυπουργών συνήθως υπερβαίνει τους 50. Ο Μητσοτάκης, μάλιστα, με τον τωρινό ανασχηματισμό κόντεψε να πιάσει το 60.

Η «ΤΟΥΡΤΑ» ΚΑΙ ΤΑ «ΚΕΡΑΣΑΚΙΑ»

Τον Ιούλιο 2019, ο Μητσοτάκης «πάντρεψε» υπουργούς, που κατά κανόνα ήταν παραδοσιακοί βουλευτές της ΝΔ με ένα μεγάλο αριθμό εξωκοινοβουλευτικών υφυπουργών, οι οποίοι κατά κανόνα προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα, συχνά από πολυεθνικές και είχαν χαρακτηρισθεί τεχνοκράτες. Σε προηγούμενες κυβερνήσεις υπήρχαν κάποια τέτοια πρόσωπα, αλλά στην πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν επρόκειτο για «κερασάκια στην τούρτα», αλλά για τη δομή της ίδια της «τούρτας».

Κεντρικός στόχος του πρωθυπουργού ήταν και παραμένει, αφενός ο απόλυτος έλεγχος του κυβερνητικού μηχανισμού, αφετέρου η εφαρμογή προσωπικών πολιτικών επιλογών του. Για να τον επιτύχει, κινήθηκε σε δύο επίπεδα: Πρώτον – όπως προανέφερα – διόρισε εξωκοινοβουλευτικούς υφυπουργούς, οι οποίοι είχαν αναφορά στον ίδιον κι όχι συνολικά τη ΝΔ. Υπενθυμίζουμε ότι ο πατήρ Μητσοτάκης την περίοδο 1990-93 ήλεγχε τους υπουργούς του, μέσω επιλεγμένων από τον ίδιο γενικών γραμματέων.

Δεύτερον, υπό τον τίτλο «Επιτελικό Κράτος» συγκρότησε «πρωθυπουργείο», το οποίο ουσιαστικά αναγορεύθηκε σε κέντρο λήψης όλων σχεδόν των κυβερνητικών αποφάσεων. Οι υπουργοί συγκριτικά με το παρελθόν υποβαθμίσθηκαν. Όσοι, μάλιστα, έχουν δική τους πολιτική υπόσταση συνήθως εγκλωβίσθηκαν ανάμεσα στο «πρωθυπουργείο» και ενίοτε στον αναπληρωτή ή υφυπουργό τους.

Ο Μητσοτάκης, μάλιστα, είχε φροντίσει οι υφυπουργοί να έχουν εκ των προτέρων καθορισμένες από τον ίδιον αρμοδιότητες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι υπουργοί είδαν στην πορεία τις σημαντικότερες αρμοδιότητές τους να μεταβιβάζονται σε υφισταμένους τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Γεωργιάδη και τον Παπαθανάση στο Ανάπτυξης.

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ
ΣΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ

Από τον Ιούλιο ήταν εμφανές ότι ο Μητσοτάκης είχε επενδύσει μεγάλες προσδοκίες στους τεχνοκράτες που υφυπουργοποίησε. Προφανώς, πίστευε ότι λόγω της θητείας τους σε μεγάλες εταιρείες θα μπόλιαζαν τα υπουργεία με το managerial πνεύμα που κυριαρχεί σ’ αυτές. Ποιος δε θυμάται τον «μετά βαΐων και κλάδων» διορισμό του Γρηγόρη Ζαριφόπουλου στη θέση του υφυπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, λόγω του γεγονότος ότι ήταν διευθυντικό στέλεχος στη Google.

Τώρα, ο «μάγος» του ψηφιακού μας κόσμου Ζαριφόπουλος αποπέμφθηκε και αντικαταστάθηκε από τον βουλευτή Άρτας Γιώργο Στύλιο, φροντιστή το επάγγελμα, αλλά με πλούσιες κομματικές περγαμηνές. Τί άραγε συνέβη; Μήπως ο Μητσοτάκης συνειδητοποίησε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα σκεφτόταν; Μάλλον όχι. Είναι πολιτικά αφελής, πάντως, η άποψη ότι ο κρατικός μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει όπως μία μεγάλη εταιρεία.

Ενάμιση χρόνο μετά, ο πρωθυπουργός «γεμίζει» την κυβέρνηση με βουλευτές, κατά κανόνα χωρίς τεχνοκρατικό υπόστρωμα. Το Μαξίμου δεν ένοιωσε την ανάγκη να εξηγήσει τη μερική στροφή του. Η τρέχουσα ερμηνεία είναι ότι έβαλε στην κυβέρνηση βουλευτές εν όψει των εκλογών που σχεδιάζει. Τις ψήφους, άλλωστε, φέρνουν οι βουλευτές, όχι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες. Καλές, λοιπόν, είναι οι ιδεολογικές εκλεκτικές συγγένειες, αλλά καλύτερες οι ψήφοι, ειδικά τώρα που αρχίζουν να συσσωρεύονται σύννεφα στον κυβερνητικό ορίζοντα…

*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός-διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.