Καναδάς – Κεμπέκ δίνουν κίνητρα σε οικογένειες με παιδιά

    Σημαντικές οι παροχές στους γονείς

    Του Γιώργου Στυλ. Γκιούσμα

    Στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας, δημοσιεύσαμε στη σελίδα 19 ένα άρθρο του Άγη Βερούτη που αναφερόταν στους «πραγματικούς λόγους υπογεννητικότητας» της Ελλάδας. Στην τελευταία παράγραφο του άρθρου, αναφέρεται ότι η Γαλλία έχει θεσπίσει σημαντικές φοροαπαλλαγές για να βοηθηθεί η αύξηση της γεννητικότητας. Θα διαβάσατε επίσης ότι «τα παιδιά στην Ελλάδα είναι ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΣ». Σε αντίθεση, ας δούμε την ιστορία και των οικογενειακών παροχών της ομοσπονδιακής και επαρχιακής κυβέρνησης του Καναδά.

    ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΔΑ

    Tο 1945, η φιλελεύθερη κυβέρνηση του Mackenzie King, πρόσφερε τις πρώτες αφορολόγητες πληρωμές σε όλες τις γυναίκες με παιδιά κάτω των 16 ετών που παρακολούθησαν το σχολείο. Το 1964 επεκτάθηκε σε μητέρες με νέους μεταξύ 16 και 18. Η κυβέρνηση ήθελε να αποφύγει μια ύφεση (και κοινωνική αναταραχή) όπως είχε συμβεί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

    Επηρεασμένη από τον οικονομολόγο John Keynes, «ότι τα μετρητά στα χέρια των οικογενειών χαμηλότερου και μέτριου εισοδήματος θα δαπανηθούν και δε θα εξοικονομηθούν», η κυβέρνηση ήλπιζε ότι το οικογενειακό επίδομα θα ενθάρρυνε τη μεταπολεμική οικονομική επέκταση, και θα ανέβαζε το βιοτικό επίπεδο της οικογένειας και ίσως ακόμη την ενθάρρυνση των γυναικών να εγκαταλείψουν το εργατικό δυναμικό μετά το τέλος του πολέμου. 

    Δυο εκθέσεις της κυβέρνησης απέδειξαν τη σημασία του οικογενειακού επιδόματος σε ένα δημόσιο πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης. Όμως το οικογενειακό επίδομα ήταν το πρώτο μεγάλο πρόγραμμα παροχών στον Καναδά που επεκτάθηκε στους αυτόχθονες πληθυσμούς αλλά χρησιμοποιήθηκε επίσης για να τους αφομοιώσει. 

    Το 1974, το οικογενειακό επίδομα αυξήθηκε σε 20$ ανά παιδί ανά μήνα. Ταυτόχρονα, φορολογήθηκε και προσαρμόστηκε στον πληθωρισμό. Αλλά η αυξανόμενη ανησυχία για το ομοσπονδιακό έλλειμμα, ώθησαν στον επανασχεδιασμό και μείωση του ποσού παροχών. Η επιστρεπτέα πίστωση φόρου εισήχθη το 1978, διαθέσιμη μόνο σε νοικοκυριά με εισοδήματα κάτω των 18.000$. Για τα υπόλοιπα νοικοκυριά τα οικονομικά οφέλη βασιζόντουσαν στα εισοδήματά τους. Δεδομένου ότι το μέσο οικογενειακό εισόδημα το 1978 ήταν 19.500$, περίπου 50% των οικογενειών επωφελήθηκε από τις παροχές.

    Ήταν η πρώτη φορά που η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το φορολογικό σύστημα για να προσφέρει ένα κοινωνικό όφελος. Πολλά νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος δεν έλαβαν το επίδομα, διότι δεν είχαν υποβάλει φορολογική δήλωση.

    Το 1992, η συντηρητική κυβέρνηση του Brian Mulroney κατάργησε εντελώς το οικογενειακό επίδομα και το αντικατάστησε μ’ ένα μεταρρυθμισμένο επίδομα για παιδιά.

    Το 1997, η φιλελεύθερη κυβέρνηση του Jean Chrétien υπέγραψε διακυβερνητική συμφωνία μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των επαρχιών, δημιουργώντας την Εθνική Πρωτοβουλία Παροχών Παιδιού. Ήταν ένα πρόγραμμα δύο επιπέδων με βάση το ομοσπονδιακό επίδομα φόρου παιδιών του Καναδά και το νέο πανκαναδικό συμπλήρωμα παροχών παιδιών, ήτοι η συμφωνία Εθνικής Παροχής Παιδιών (National Child Benefit). Το επίδομα παιδικής φροντίδας (UCCB) – το οποίο έμοιαζε αξιοσημείωτα με το οικογενειακό επίδομα που είχε ακυρωθεί 14 χρόνια νωρίτερα – εισήχθη από τους συντηρητικούς της κυβέρνησης Harper. Οι Συντηρητικοί δημιούργησαν ένα φορολογητέο όφελος 100 $ / μήνα για κάθε παιδί κάτω των έξι ετών. Τον Οκτώβριο του 2014, με την πλειοψηφία της κυβέρνησης, ο Harper έθεσε πρόσθετα κεφάλαια σε οικογενειακά επιδόματα, συμπεριλαμβανομένης της αναμενόμενης αύξησης 4,47$ στο UCCB έως το 2019-20. Αυτά τα κεφάλαια άνοιξαν το δρόμο για τις αλλαγές που ξεκίνησε η κυβέρνηση Trudeau το 2016.

    Το 2016 η κυβέρνηση Justin Trudeau ανακοίνωσε το πρόγραμμα Παιδικού Οφέλους του Καναδά (Canadian Child Benefit), αυξάνοντας τις παροχές παιδιών, προπαντός για τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Τα νοικοκυριά που κερδίζουν περισσότερα από 200.000$ ετησίως δε λαμβάνουν το επίδομα. Με το CCB, τα νοικοκυριά του Καναδά μπορούν να λάβουν έως και 6.400$ / έτος για κάθε παιδί κάτω των έξι ετών και 5.400$ / έτος για κάθε παιδί μεταξύ των έξι και των 17 ετών (αυτά τα μέγιστα επίπεδα παροχών ισχύουν για νοικοκυριά που κερδίζουν λιγότερο από 30.000 $ ετησίως). Τα επίπεδα παροχών μειώνονται με την αύξηση του εισοδήματος. 

    Υπάρχουν και άλλες φορολογικές δαπάνες για παιδιά. Για παράδειγμα, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η έκπτωση δαπανών για τη φροντίδα παιδιών, η πίστωση φόρου 15% για ιατρικά έξοδα.

    Το επίδομα παιδιού του Καναδά (CCB) είναι μια αφορολόγητη μηνιαία πληρωμή προς τις οικογένειες για να τις βοηθήσει με το κόστος ανατροφής των παιδιών τους.

    Βασιζόμενο στη φορολογική περίοδο 2020 υπολογίζεται ως εξής: 

    -6,639 CAD ανά έτος (553,25 CAD ανά μήνα) για κάθε παιδί κάτω των 6 ετών.

    -5,602 CAD ανά έτος (466,83 CAD ανά μήνα) για κάθε παιδί ηλικίας 6 έως 17 ετών.

    Για το φορολογικό έτος 2018, εκτιμάται ότι περίπου 3.400.000 οικογένειες έλαβαν αυτό το επίδομα.

    Πρόσφατα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε επιπρόσθετη οικονομική βοήθεια στις οικογένειες για τις απρόβλεπτες δαπάνες της πανδημίας COVID-19:  Έως και 1.200$ ανά παιδί κάτω των έξι ετών το 2021. Αυτό θα ωφελήσει περίπου 1,6 εκατομμύρια καναδικές οικογένειες και περίπου 2,1 εκατομμύρια παιδιά κάτω των έξι ετών.

    ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΣΤΟ ΚΕΜΠΕΚ

    Επιπλέον των ομοσπονδιακών παροχών, ορισμένες επαρχίες έχουν τα δικά τους προγράμματα παροχών για παιδιά. Ας δούμε τώρα ποιες είναι στο Κεμπέκ:

    -Το 1967, η κυβέρνηση του Κεμπέκ δημιούργησε τα δικά της οικογενειακά επιδόματα για παιδιά κάτω των 16 ετών. Αυτά τα επιδόματα δίδονται ανάλογα με την τάξη και την ηλικία των παιδιών. Οι γονείς είχαν δικαίωμα 30$ ετησίως για 1 παιδί και έως 283$ ετησίως για 6 παιδιά. 

    -Το 1978, η κυβέρνηση του Κεμπέκ δημιουργεί επίδομα μητρότητας.

    -Το 1980, εφαρμόζεται το πρόγραμμα επιδομάτων για παιδιά κάτω των 18 ετών με ειδικές ανάγκες.

    -Το 1987, η κυβέρνηση του Κεμπέκ καταργεί τη φορολογία στα οικογενειακά επιδόματα.

    -Από το 1988, οι οικογένειες χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος επωφελούνται από τη μείωση του φόρου για τις οικογένειες.

    Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι γαλλο-καναδικές οικογένειες απέτυχαν να έχουν αρκετά μωρά για να διασφαλίσουν ότι θα υπήρχε γαλλο-καναδική φυλή στις επόμενες γενιές. Κάθε οικογένεια έπρεπε να παράγει 2,1 παιδιά μόνο για να διατηρήσει τον πληθυσμό. Αλλά το 1988, το ποσοστό γεννήσεων ήταν 1,4.

    Αυτή ήταν η αιτία που η κυβέρνηση εισήγαγε επίδομα γέννησης κάθε παιδιού, το οποίο ανέρχεται σε 500$ για το πρώτο και δεύτερο παιδί και 3.000$ για ένα τρίτο παιδί και κάθε επόμενο παιδί. Το 1989, το επίδομα για το δεύτερο παιδί θα αυξηθεί σε 1.000$. Το επίδομα για το τρίτο παιδί και κάθε επόμενο παιδί, από την άλλη πλευρά, θα αυξάνεται κάθε χρόνο από το 1989 έως το 1992, φθάνοντας τα 8.000$ το 1992.

    Στο σύντομο χρονικό διάστημα που το μπόνους μωρού τέθηκε σε ισχύ, το ποσοστό γεννήσεων αυξήθηκε σε 1,52 ανά οικογένεια, ενώ οι γεννήσεις τρίτων παιδιών αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 13%.

    Από το Σεπτέμβριο του 1997, τα οικογενειακά επιδόματα βασίζονται στο εισόδημα των οικογενειών.

    ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

    ΕΧΟΝΤΑΣ ΤΡΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

    Για οικογένειες χαμηλού εισοδήματος με τρία παιδιά, τα επιδόματα ξεπερνούν τα 26.000$ καθαρά. Συγκριτικά, ένα άτομο πρέπει να κερδίσει 87.925$ για να του μείνουν 59.754$ μετά από φόρους και εισφορές.

    Exit mobile version