Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα

Το αμερικανό-σοβιετικό πυρηνικό δίπολο έπαυσε, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990, να αποτελεί το ψυχροπολεμικό μοντέλο που έδινε εξηγήσεις στα παγκόσμια δρώμενα. Στα επόμενα δέκα και πλέον χρόνια, η επικράτηση των ΗΠΑ σφράγιζε πλέον μονομερώς όλα τα μεγάλα συμβάντα, από τη βίαια διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του 1990 μέχρι τις πολεμικές επεμβάσεις στο Ιράκ το 1991 και 2003.

Δρ. Παντελής Οικονόμου*


Στη συνέχεια, η παγκοσμιοποίηση άρχισε να οξύνει τις διαφορές στις στρατηγικές σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Η ανασυγκροτημένη πυρηνική Ρωσία επανέρχεται σθεναρά στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη. Η άλλη πυρηνική δύναμη, η Κίνα, αρχίζει να εμφανίζει διεθνώς τη σταθερά αναδυόμενη οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ της. Και οι ΗΠΑ, εκφράζουν δημόσια το φόβο τους για απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, με δηλώσεις κορυφαίων διαμορφωτών της σύγχρονης αμερικανικής γεωπολιτικής, όπως οι Κίσινγκερ, Σκρόουκροφτ και Ζμπρεζίνσκι.
Ο τελευταίος δημοσιοποίησε τη ρηξικέλευθη πρότασή του για ανάγκη διάσπασης του δίδυμου Ρωσίας-Κίνας και μετατροπή του ενός από τους δύο σε εταίρο των ΗΠΑ. Στο ερώτημα, ποιος θα έπρεπε να ήταν ο δυνητικός εταίρος των ΗΠΑ, απάντησε: «Ο λιγότερο προβλέψιμος και συγχρόνως ο πιο πιθανός αντίπαλος των ΗΠΑ, που επί του παρόντος είναι η Ρωσία» (1).

Λέγεται ότι την ίδια επιδίωξη εξυπηρετούσαν και οι περισσότερες από 17 μέχρι σήμερα συναντήσεις του 97χρονου Κίσινγκερ με τον πρόεδρο Πούτιν, για το περιεχόμενο των οποίων ο ίδιος δηλώνει ότι ενημέρωνε την Ουάσιγκτον και τον πρόεδρο Τραμπ (2).
Σε εκείνη τη μετασοβιετική περίοδο, η Ρωσία αντιμετώπιζε άμεσα το γεωπολιτικό «τρίλημμα»: 

α) Ανάπτυξη αυτόνομης ηγεμονικής εξωτερικής πολιτικής, 

β) Συμπόρευση με Κίνα σε μία ευρασιατική στρατηγική, ή 

γ) Συνεργασία με ΗΠΑ για στρατηγική αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας.
Εκτιμάται ότι η Μόσχα επέλεξε τον τρίτο δρόμο που της εξασφάλιζε τα κενά που θα δημιουργούσε η δρομολογημένη μετατόπιση τού κέντρου βάρους της αμερικανικής στρατηγικής από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό και στη Νότια Σινική Θάλασσα. Μιας γεωπολιτικής στροφής που θα διασφάλιζε τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ μέσα από πολυάριθμες ανά την υφήλιο σταθερές και κινητές αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και πολύμορφες οικονομικές εταιρίες κολοσσούς.
Η νέα αμερικανο-ρωσική σύγκλιση άρχισε μετά το 2010, στην περίοδο εμφάνισης της αραβικής άνοιξης και εμπόλεμης βίας στη Μέση Ανατολή. Υπό το πρίσμα αυτής της άτυπης συμμαχίας των δύο πρώην μεγάλων αντιπάλων και με τη βοήθεια της ερασιτεχνικής και απροκάλυπτης πολιτικής του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, γίνεται έκτοτε σχετικά εύκολη η ανάγνωση της πραγματικότητας πίσω από πολλές εκ πρώτης όψεως αινιγματικές εξελίξεις.
Υπό το πρίσμα της νέας αμερικανο-ρωσικής γεωπολιτικής σχέσης βρίσκει την εξήγηση της η επιθετική και αναθεωρητική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Η ιδιόρρυθμη ρωσο-τουρκική «λυκοφιλία» τελικά ευδοκιμεί διότι παράγει κέρδη και στους δύο εταίρους, χωρίς να απειλείται το ευρύτερο νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.
Στη Ρωσία, η συνεργασία της με την Τουρκία εξασφαλίζει ασφάλεια στο ευαίσθητο υπογάστριό της και σταθερότητα στις πρώην σοβιετικές τουρκογενείς εθνότητες. Στην Τουρκία αντίστοιχα, εξασφαλίζει τη ρωσική υποστήριξη στην προσπάθεια της να επανακτήσει τον ηγεμονικό της ρόλο στον πρώην οθωμανικό χώρο. Κυρίως όμως, η ρωσο-τουρκική συνεργασία έχει εξασφαλισμένη την παθητική συναίνεση των ΗΠΑ ενόσω παραμένει ανενόχλητο το αμερικανικό διακύβευμα στην Ασία.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αδυνατεί να πείσει ότι είναι ικανή να διαδραματίσει έναν αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο. Η μετά-Brexit ακρωτηριασμένη γηραιά ήπειρος αντιμετωπίζει πολύμορφες εθνολογικές, ενεργειακές και πληθυσμιακές προκλήσεις, ενώ εξακολουθεί να προσδιορίζεται από τον ιστορικά ασταθή και αντίρροπο άξονα «Γερμανίας – Γαλλίας». Η μεν Γερμανία, για λόγους κυρίως ενεργειακών και οικονομικών εθνικών συμφερόντων, συμπλέει ευκαιριακά με Ρωσία και Τουρκία, ενώ η Γαλλία επιδιώκει ηγετικό ρόλο στον ευρωπαϊκό χώρο και επανάκτηση στρατηγικών δεσμών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Αυτή η διαιρεμένη Ευρώπη καλείται πλέον να επιλέξει: 

α) Σταθερή προσήλωση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ή 

β) Άσκηση αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής που θα βασίζεται σε ενιαία ευρωπαϊκή ασφάλεια και μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία;
Αποτυχία στη δεύτερη επιλογή της, με παράλληλο διχασμό του Ατλαντικού, μοιραία θα σήμαινε τη μετατροπή της σε χερσόνησο της Ευρασίας που μακροπρόθεσμα ίσως κυριαρχείται από την Κίνα.
Όσο για την ελληνική προοπτική, στο πλαίσιο της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας, η συνέχιση της παρούσας «ευρωπαϊκής αμηχανίας» θα αποτελεί καθοριστικό εμπόδιο στη χάραξη στρατηγικής εθνικής ασφάλειας και στην άσκηση μιας εύστοχης εξωτερικής πολιτικής.