Η θυσία που τίμησε τη Ρωμιοσύνη

ΤΟ ΜΟΝΤΡΕΑΛ ΤΙΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Στις 11 Ιουλίου 2021, στον καθεδρικό ναό Αγίου Γεωργίου, χωροστατούντως του ιερέα Νικόλαου Ανδρέου, τιμήθηκαν με θρησκευτικό μνημόσυνο ο εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και όλοι άλλοι ήρωες που σφαγιάστηκαν στις 9 Ιουλίου 1821 και των ημερών και μηνών που ακολούθησαν, για τη συμμετοχή τους στον αγώνα για ανεξαρτησία από 400 χρόνια σκλαβιάς κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό. 

Το μνημόσυνο τελέστηκε υπό την αιγίδα του υπάτου αρμοστή της Κύπρου στον Καναδά κυρίου Βασίλη Φιλίππου (φωτ.), της επίτιμης προξένου της Κύπρου στο Μόντρεαλ κυρίας Βίβιαν Κυριακόπουλου και του Συλλόγου Κυπρίων και Φίλων της Κύπρου στον Καναδά.

Στο τέλος του μνημόσυνου, ο πάτερ Νικόλαος και ο ύπατος αρμοστής της Κύπρου αναφέρθηκαν στο ιστορικό της ημέρας και εξέφρασαν τα συναισθήματα όλων των παρευρισκόμενων με συγκινητικές ομιλίες.

Το Μνημόσυνο τίμησαν με την παρουσία τους:

-Εντιμότατη κυρία Άννη Κουτράκη (Ομοσπονδιακή βουλευτής για την περιοχή Vimy)

-Εντιμότατος κύριος Ανδρέας Κριλής (Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Μόντρεαλ)

-Εντιμότατη κυρία Αφροδίτη Σταθόπουλος (Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας του Μόντρεαλ, περιοχή νοτίου ακτής)

-Εντιμότατος κύριος Peter G. Pamel (Ομοσπονδιακός Δικαστής του Καναδά)

-Δρ. Θεόδωρος Χαλάτσης (Πρόεδρος του Ελληνοκαναδικού Κογκρέσου)

-Κύριος Μενέλαος Παυλίδης (Έλληνες Πρόσκοποι)

-Εντιμότατος κύριος Φρανκ Αντωνίου (Πρώην Πρόεδρος του AHEPA Καναδά και Πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος οικογένειας AHEPA Καναδά)

-Κύριος Αντώνης Νεοκλέους (πρόεδρος του συλλόγου Κύπριων και Φίλων της Κύπρου στον Καναδά)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ: «Υποκλινόμαστε ως Ελληνισμός
στο Μεγαλείο των Κυπρίων Ηρώων»

Στα πλαίσια της Επετείου των 200 χρόνων από την Επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης, η Κυπριακή Δημοκρατία και η Εκκλησία της Κύπρου τιμά τη Μνήμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού αλλά και άλλων Εκκλησιαστικών Ηγετών, οι οποίοι συμμετείχαν με τις δικές τους πρωτοβουλίες στην Επανάσταση Ενάντια στον Τούρκο Δυνάστη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1810 o Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και άλλοι επιφανείς κληρικοί και προύχοντες του νησιού μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και στις δραστηριότητες της. Οι τοπικές αρχές των Τούρκων κατακτητών εφάρμοσαν σειρά από μέτρα, που αποσκοπούσαν στον αποκλεισμό της Εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας και στον εκφοβισμό του πληθυσμού.

Εξέχουσα μορφή των τραγικών εκείνων ημερών υπήρξε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο οποίος ενήργησε με υπευθυνότητα φιλοπάτρη ηγέτη και πνευματικού πατέρα, προσπαθώντας να κρατήσει λεπτές ισορροπίες, υποστηρίζοντας από τη μία την Επανάσταση στην Ελλάδα και προστατεύοντας με τις ενέργειες του τον ντόπιο πληθυσμό, από την άλλη ο ρόλος του υπήρξε σαφώς τραγικός, αφού ενδομύχως γνώριζε ότι δε θα απεύφευγε το μαρτύριο, πιθανότατα μπορούσε να σώσει την πρόσκαιρη ύπαρξη του αν αποφάσιζε να διαφύγει ή ακόμη ο μάρτυρας Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες χριστιανούς και όπως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν να θυσιασθεί μαζί τους.

Χρόνια αργότερα, ο Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα του «η 9η Ιουλίου 1821» απέδωσε πολύ εύγλωττα την απόφαση αυτή του Κυπριανού, ο οποίος απευθυνόμενος στον Τούρκο Στρατιωτικό Kιόρογλου που τον προέτρεπε να ενεργήσει για τη σωτηρία του, δικαιολογει την παραμονή του με τους στίχους «Δεν φεύκω, Κιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου εν’ να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου», ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός οδηγήθηκε στο μαρτύριο, δεικνύοντας ασύνηθες θάρρος και μοναδική αξιοπρέπεια.

Με τη θυσία του τίμησε τη Ρωμιοσύνη, καταξίωσε την Ελληνική του ταυτότητα και δικαίωσε τη Χριστανική του πίστη σεμνά, ταπεινά και με αξιοπρέπεια, χωρίς να επιδιώξει τον οίκτο κανενός προχώρησε γαλήνιος προς το θάνατο και την αθανασία.

Ο Κύπριος Αρχιεπίσκοπος απέρριψε την πρόταση των Τούρκων να ασπαστεί τον Ισλαμισμό και να του χαριστεί η ζωή, χωρίς δεύτερη σκέψη απέρριψε τα όσα του προτάθηκαν και προσήλθε στο μαρτύριο με τις φράσεις «Kύριε ελέησον, Xριστέ ελέησον» διδάσκοντας με το παράδειγμα της θυσίας του, το μεγαλείο και την αλήθεια της χριστανικής πίστης.

Είναι γνωστό από διάφορες Ιστορικές πηγές, ότι τις ημέρες των σφαγών οι Τούρκοι άσκησαν πίεση στους συλληφθέντες για να εξωμόσουν, με αποτέλεσμα τριάντα έξι απο αυτούς να αρνηθούν τελικά τη χριστιανική τους πίστη και να σώσουν τη ζωή τους.

Αν ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ακολουθούσε το παράδειγμα τους, τότε είναι αμφίβολο κατά πόσο θα εξακολουθούσε η Κύπρος να διατηρείται για μακρύ χρονικό διάστημα Ελληνική και Χριστανική. Ο Κυπριανός υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αρχιερείς των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Ασχολήθηκε με τα σοβαρά κοινωνικά ζητήματα της εποχής του, διαχειρίστηκε με ευστοχία τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εκκκλησία και επέφερε τη γαλήνη και τη σταθερότητα στους κόλπους της. Υπήρξε φυσιογνωμία βιβλική και ξεχωρίζει μέσα από τις σελίδες της ιστορίας με τις αρετές της τόλμης και της καρτερίας της εθνικής περιφάνειας και της χριστανικής ταπεινότητας.

Κατάφερε μέσα σε αντίξοες συνθήκες και σε περίοδο έξαρσης της τουρκικής τυραννίας, να αφυπνήσει το λαό και να βελτιώσει την πνευματική του υποταγή, απέναντι στην αξία της μνήμης. Έργα του συγκαταλέγονται η Ίδρυση της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας, ο εμπλουτισμός των ναών με εκκλησιαστικά βιβλία, εικόνες και ιερά σκεύη. Σε αναφορά τους προς το Oικουμενικό Πατριαρχείο, οι Kύπριοι της εποχής εξαίρουν τις αρετές του και τον χαρακτηρίζουν «γνωστικό, σώφρονα, άγρυπνο, ενάρετο παντοίως όλως χριστιανό, πρόμαχο της πατρίδος» κομίζομε διαχρονικά έτσι ως Ελληνισμός, σπαρακτικώς και επωδύνως στη μνήμη μας το νέφος των μαρτύρων και των αγίων και των οσίων. Ως ευλογία και ως δωρεά και ως παράδειγμα και υπόδειγμα ζωής και χριστανικού αλλά και ιστορικού βίου. Με αυτές τις προυποθέσεις προσεγγίζουμε το μαρτύριο και τη θυσία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού που απαγχονίσθηκε στις 9 Ιουλίου του 1821 αλλα και των σφαγιασθέντων Ιεραρχών της Πάφου Xρύσανθο, Kιτίου Mελέτιο και Kυρηνείας Λαυρέντιο και των λοιπών Ιερομένων προκρίτων και αφανών μαρτύρων, που σφαγιάσθηκαν και θυσιάστηκαν εκείνα τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Γι’ αυτό και υποκλινόμαστε ως Ελληνισμός στο μεγαλείο τους. Ο ταπεινός αλλά και συγχρόνως υπερήφανος και εθνοπρεπής λόγος του την ώρα του μαρτυρίου του παραμένει διαχρονικός είς τον αιώναν. Στέκομαι σ’ αυτήν ακριβώς την αποτύπωση του μνημειωδούς λόγου του Εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, όπως τον καταγράφει ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημα του «Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου», «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ηξηλείψει, κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει» και ακόμα σε εκείνο το μνημειώδες επίγραμμα του, «Σὺ ποῦ σκοτώθης γιὰ τὸ φῶς σήκου νὰ δῇς τὸν ἥλιο, ξύπνα, νὰ δεὶς τὸ αἷμα σου πῶς ἔγινε βασίλειο». Έτσι ακριβώς παλεύουν στην ψυχή και στη μνήμη μας οι ήρωες και οι μάρτυρες του Ελληνισμού.