Η θεμιτή τροπή τού καθήκοντος νομιμοφροσύνης εις δικαίωμα αντίστασης

«Ορκίζομαι να φυλάττω πίστη εις την πατρίδα, υπακοή εις το Σύνταγμα και τους Νόμους και να εκπληρώνω τιμίως και ευσυνειδήτως τα καθήκοντα μου»

Συμφώνως προς το άρθρο 19 του Υπαλληλικού Κώδικος (Ν. 3528/2007), ο ως άνω όρκος επισφραγίζει την αποδοχή της καταρτισθείσης υπαλληλικής σχέσης του νέο-προσλαμβανομένου υπαλλήλου με την υπηρεσία του, ως εκ τούτου δηλαδή ως κρατικός υπάλληλος, ήτοι εκφραστής της βουλήσεως του Κράτους κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος οφείλει, συναφώς με το άρθρο 120 του Συντάγματος, πλην όμως υπό την ιδιότητά του αυτή, πίστη προς το Σύνταγμα και τους Νόμους που συμφωνούν προς αυτό, καθώς και αφοσίωση εις την Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς

[Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω]
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΕΛΛΗΝΟΚΑΝΑΔΙΚΑ ΝΕΑ

Η ως άνω θεμελιώδη ρήτρα η οποία καθίσταται αρρήκτως συνδεδεμένη με το Δημοκρατικό μας Πολίτευμα, συνιστά την προμετωπίδα της υπηρεσιακής κατάστασης του Δημοσίου Υπαλλήλου, όπως ρητώς τούτο εξάλλου διαλαμβάνεται και εις τη διάταξη του άρθρου 24 του Ν. 3528/2007.

Περαιτέρω, το άρθρο 25 του εν θέματι Ν. 3528/2007, διαλαμβάνει τη διττή όψη δύο φαινομενικά αντικρουόμενων καθηκόντων του υπαλλήλου, αφενός το καθήκον της νομιμοφροσύνης επί ποινή πειθαρχικής διώξεως το οποίο όμως, κατά περίσταση, μετασχηματίζεται σε δικαίωμα ανυπακοής προς την εκτέλεση μίας εντελλόμενης ενέργειας, η οποία καθίσταται προδήλως αντισυνταγματική.

Η δεδικαιολογημένη αυτή άρνηση του υπαλλήλου, ουδόλως κάμπτεται, πλην όμως η μη συμμόρφωση προς εκτέλεση εντολής ανωτέρου του, εν πάσει περιπτώσει, δέον όπως αποδεικνύεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι προσκρούει σφόδρα εις της αυξημένης τυπικής ισχύος κείμενες διατάξεις της Συνταγματικής εννόμου τάξεως, δεδομένου ότι κατά την περίπτωση τής παρ. 1 του άρθρου 107 του Ν. 3528/2007 συνιστά κατ’ ιδίαν πειθαρχικό παράπτωμα, ως πράξη η οποία εκδηλώνει άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσιώσεως εις την Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

Το δικαίωμα αυτό ανυπακοής προς μία κατάδηλα μη Συνταγματική Διάταξη, εδράζεται, πέραν από το άρθρο 19 και 24 του Υπαλληλικού Κώδικα και του άρθρου 103 του Συντάγματος ως εξετέθη διεξοδικά ανωτέρω, αλλά και συστοίχως εις το άρθρο 120 του Συντάγματος, ήτοι την ακροτελεύτια διάταξη η οποία συνιστά την επιτομή του Συνταγματικού Πατριωτισμού, διότι παρέχει ευθέως την εξουσία προς τον εκάστοτε πολίτη, αναγνωρίζοντας σαφώς το δικαίωμα αντίστασης, με μέτρο τον Πατριωτισμό, να εναντιωθεί παντοιοτρόπως εναντίον οιουδήποτε επίδοξου καταλύτη της Δημοκρατίας και εν γένει σφετεριστή της λαϊκής κυριαρχίας και κατ’ επέκταση της Συντεταγμένης Δημοκρατίας μας.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, η μη εκτέλεση εντολής η οποία είναι αποδεδειγμένα αντισυνταγματική, δεν κάμπτεται ακόμη και αν συντρέχουν εξαιρετικά επείγοντες λόγοι, οι οποίοι εν πάσει περιπτώσει επιβάλλεται να εξειδικεύονται άνευ ετέρου τινός, με απόλυτη σαφήνεια και πληρότητα, βεβαίως κάθε περίπτωση είναι διαφορετική ιδωμένη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) συνεκτιμώντας τις ειδικές συνθήκες περιστάσεις, καθώς και τα πραγματικά γεγονότα.

Εν κατακλείδι, η τήρηση του Συντάγματος και η αφοσίωση εις την Πατρίδα συνιστούν θεμελιώδεις έννοιες του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος, καθώς και της λαϊκής κυριαρχίας, όπου κάθε υπάλληλος επιβάλλεται να εφαρμόζει απαρεγκλίτως, διατηρώντας κομματική ουδετερότητα, εις τα άκρα όρια όπου δε θίγεται το δικαίωμα ευπρεπούς και μετριοπαθούς εκφράσεως της ελευθερίας εκφράσεως.

Το Πειθαρχικό δίκαιο αφορά τα υπηρεσιακά καθήκοντα, τα οποία ερείδονται εις τη Δημοκρατική Νομιμότητα και ουδόλως σχετίζονται με τα πολιτικά φρονήματα και τους υπηρεσιακούς αποκλεισμούς, εξαιτίας και συνεπεία των κομματικών διχοστασιών και παθών κατά τα πάλαι ποτέ πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων.