Η αντί-εργατική συμπεριφορά του covid-19

    Μεσούσης της πανδημίας και της πλήρους υπαγωγής των εργασιακών καθηκόντων, τόσο εις τον ιδιωτικό όσο και εις το δημόσιο τομέα, εις την υποχρέωση λήψεως προληπτικών μέτρων, κατά τρόπο εξαναγκαστικό επί ποινής αποκλεισμού εκ της εργασίας, αποτελεί μία δυσμενή πραγματικότητα, η οποία αφενός δεν τιμάει το Δημοκρατικό μας πολίτευμα και εξ ετέρου προσκρούει σφόδρα προς το Νομικό μας Πολιτισμό.

    Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς*

    [Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω]
    ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
    ΕΛΛΗΝΟΚΑΝΑΔΙΚΑ ΝΕΑ

    Προς το παρόν, εισέτι και από τη σκοπιά του εργατικού δικαίου, ως ειδικότερος και ιδιαίτατα ευαίσθητος κλάδος του δικαίου, ο εμβολιασμός δεν είναι νομοθετικά υποχρεωτικός πέραν της επιβολής των προσφιλών τοις πάσι προληπτικών μέτρων περιστολής του κινδύνου διαδόσεως του ιού.

    Εν άλλοις δηλαδή λόγοις, η επιχειρηματολογία περί της διελκυστίνδας αξιολογικής σταθμίσεως θεμελιωδών Συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως έχω εκθέσει πλειστάκις, δέον όπως επιβάλλεται να πραγματοποιείται υπό του εκάστοτε εργοδότη, με κράτιστο γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, καθ’ υπαγόρευση με τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ., υπό την έννοια δηλαδή ότι σταθμίζεται με σκοπό την πρακτική κατά περίσταση εναρμόνιση των εξίσου διακυβευόμενων αντικρουόμενων δικαιωμάτων, αφενός του αυτοκαθορισμού της ατομικής υγείας και εξ ετέρου του καθήκοντος αλληλεγγύης προς τη δημόσια υγεία.

    Ως εκ τούτου, η χρυσή τομή εις το βαθμό υποχώρησης των ως άνω συγκρουόμενων αγαθών, θα το υποδείξει η στάθμιση υποκείμενη κατά περίσταση εις την αρχής της αναλογικότητας.

    Ειδικότερων, ο Ν. 3850/2010 (άρθρο 42 παράγραφος 1 και 5) προβλέπει κατ’ αρχήν τη γενική υποχρέωση του εργοδότη: «να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζόμενων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια τρίτων, καθώς και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζόμενων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων».

    Ωσαύτως, ένα ευρύ πλέγμα ενοχικών υποχρεώσεων του εργοδότη που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του δημοσίου δικαίου, θεμελιώνεται στην καλή πίστη του άρθρου 288 του Α.Κ. εν συνδυασμώ με το άρθρο 662 του Α.Κ. περί της ασφάλειας και υγιεινής των χώρων εργασίας.

    Ως εκ τούτου λοιπόν, τοιουτοτρόπως εξειδικεύεται η ενοχική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη, να λαμβάνει ενίοτε τα αναγκαία μέτρα προστασίας των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας των εργαζόμενων, κατά την εργασία τους, συνεκτιμώντας οπωσδήποτε τη φύση της εργασίας, καθώς και την τυχόν έκθεση σε κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη και την κατάσταση της υγείας του καθ’ εκάστου.

    Εν πάση περιπτώσει, η λήψη προληπτικών μέτρων, περί της υγείας, υπόκειται εις τον έλεγχο της τυχόν καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 του Α.Κ. του εργοδότη, ούτως ώστε εξ αφορμής της πανδημίας, να μην επιβληθούν άκρατα ιδιαζόντως επαχθή διά τον εργαζόμενο μέτρα όπως λ.χ. η επί μακρόν θέση σε αναστολή της εργασίας του εργαζόμενου, όλως αναιτιολόγητα και δη άνευ αποδοχών, πρακτικές οι οποίες ανυπερθέτως συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, γεγονός το οποίο πέραν ότι παραβιάζει κατάφωρα την εργατική νομοθεσία, συνιστά εν ταυτώ και μία μορφή διακριτικής μεταχείρισης εις βάρος του εργαζόμενου, όπου πλήττει εκ βάθρων το δικαίωμα της προσωπικότητάς του αλλά και εν γένει την ανθρώπινης αξιοπρέπειας του.

    Περαιτέρω, το διευθυντικό δικαίωμα εν τω πλαισίω της πανδημίας, ελέγχεται και από την αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή, ο εργοδότης δύναται να εφαρμόσει τα ηπιότερα μέτρα πρόληψης υγιεινής ή να θέσει τους εργαζόμενους σε εναλλακτικό τρόπο εργασίας, εφόσον αυτοί αρνούνται να συμμορφωθούν με μία μορφή ιατρικής πράξης άνευ της συναίνεσής τους, η οποία επιβάλλεται απλώς καταναγκαστικώς διά νόμου, όπως η διαρκής υποβολή σε αυτοέλεγχο μέσω των τεστ, όπως σήμερον λαμβάνει χώρα.

    Εν κατακλείδι, η κατάσταση έχει εκτραχηλιστεί, η εισβολή της πανδημίας, έχει μεταβάλλει όχι μόνον τις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά έχει αποκρυσταλλώσει μία νέα τάξη πραγμάτων ακόμη και εις τις εργασιακές σχέσεις, το μείζον πάντως εις αυτή τη δυσχερή συγκυρία είναι να μείνουμε αλώβητοι, με όπλο μας τη Συνταγματική έννομη τάξη, να καταστούμε αυτόκλητοι θεματοφύλακες της Δημοκρατίας αντικρούοντας πρακτικές ολοκληρωτικού τύπου, οι οποίες εργαλειοποιούν τη δημόσια υγεία, εις βάρος των κεκτημένων δικαιωμάτων μας, όπως υπό τη σκοπιά της εργασίας, υπάρχουν ορισμένες ακραίες φωνές οι οποίες προβάλλουν πιστοποιητικά ιατρικών φρονημάτων, ζητώντας σφόδρα την απόλυση των αντιφρονούντων.

    Η φρενίτιδα τού ιού, φαίνεται ότι θα καταλείψει περισσότερα τραύματα από ότι θα εξαλείψει, με συνέπεια η χαίνουσα αυτή και όζουσα κοινωνική πληγή εις το μέλλον, θα πυορροεί επί μακρόν, εις τους κόλπους τής υπό ανάπτυξη ελλαδικής κοινωνίας.

    *Ο Χαράλαμπος (Χάρης) Β. Κατσιβαρδάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16-7-1981, είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και διαμένει εις την Αθήνα εις το Δήμο Αθηναίων. Σπούδασε Νομικά στη Νομική Αθηνών Ε.Κ.Π.Α και Δημοσιογραφία στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας και έκανε το πρώτο μεταπτυχιακό του, στην Πάντειο Σχολή στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο «Νομικός Πολιτισμός» (Αστικό, Διοικητικό, Ποινικό Δίκαιο, και η Ε.Σ.Δ.Α) και το δεύτερο μεταπτυχιακό του, στη Νομική Σχολή Αθηνών στο Δίκαιο της Πληροφορικής, Κοινωνιολογία του Δικαίου και Εκκλησιαστικό Δίκαιο (Ε.Κ.Π.Α). Εκπαιδευθείς ως διαμεσολαβητής στην επίλυση ιδιωτικής φύσεως διαφορών, αστικού και εμπορικού δικαίου, κατά το Ν.3898/2010 κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 2008/52/ΕΚ, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 του Ν.3898/2010 (Α’211). Αγγλικά με πτυχίο από την Ελληνο-Αμερικανική Ένωση εξειδίκευσης στη Νομική Ορολογία.