Η Αναλένα Μπέρμποκ θέλει να γκρεμίσει το μερκελισμό

    Η υποψηφιότητα της Μπέρμποκ για την Καγκελαρία εκτόξευσε τους «Πράσινους» στην πρώτη θέση των προτιμήσεων με 28%

    Η υποψηφιότητα της Μπέρμποκ για την Καγκελαρία εκτόξευσε τους «Πράσινους» στην πρώτη θέση των προτιμήσεων με 28% 

    «Η δημοκρατία χρειάζεται την αλλαγή και θέλω να είμαι υποψήφια για την ανανέωση, όταν άλλοι είναι υποψήφιοι για να διατηρήσουν το σημερινό status quo». Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της Αναλένα Μπέρμποκ μετά την ανακήρυξή της σε υποψήφια των «Πράσινων» για τη γερμανική Καγκελαρία, που δίνουν και το στίγμα της αναμέτρησης για τις ομοσπονδιακές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου. Μια αναμέτρηση που φυσικά και δεν αφορά μόνο τη Γερμανία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη.

    Μιχάλης Ψύλος

    © Newsbreak.gr

    Με δεδομένη την επιρροή του Βερολίνου στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες ελπίζουν άλλωστε να μπει τέλος στη 16χρονη ηγεμονία των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών στην Ε.Ε. Μια πολιτική που δυστυχώς μόνο δεινά απέφερε, ενισχύοντας τις διαλυτικές τάσεις στην Ε.Ε. Η Ευρώπη θέλει επειγόντως να αναπνεύσει από τη μερκελική πολιτική της σκληρής λιτότητας, των μνημονίων και του εξουθενωτικού ζουρλομανδύα του Συμφώνου Σταθερότητας και το ερώτημα είναι: «Θα είναι η 40χρονη Αναλένα Μπέρμποκ η διάδοχος της Άνγκελα Μέρκελ;» Και αν ναι, σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί;
    «Αν οι δημοσιονομικοί κανόνες είναι πολύ αυστηροί, δεν έχουν νόημα να αποτρέψουν αυτό που απαιτείται πολιτικά, άρα πρέπει να αλλάξουν» τόνισε η Μπέρμποκ σε άρθρο που υπέγραψε από κοινού με τον συμπρόεδρο των «Πράσινων» Ρόμπερτ Χάμπεκ στη «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Όλα αυτά θα κριθούν στην πορεία φυσικά, αλλά το σίγουρο είναι ότι μια «Πράσινη» καγκελάριος μέχρι χθες φάνταζε όνειρο θερινής νυκτός.
    Και μάλιστα ηλικιακά, η νεότερη υποψήφια καγκελάριος στην ιστορία της χώρας. Για πρώτη φορά άλλωστε οι «Πράσινοι» κατεβαίνουν στις εκλογές με υποψήφιο για την Καγκελαρία. Και όπως φαίνεται, οι Γερμανοί πολίτες το επικροτούν, τουλάχιστον αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις. Οι «Πράσινοι» θα κέρδιζαν την πρώτη θέση αν διεξάγονταν σήμερα εκλογές στη Γερμανία, σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa, που δείχνει ταυτόχρονα κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών.
    Μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Μπέρμποκ οι «Πράσινοι» εκτοξεύτηκαν στην πρώτη θέση με 28%, αυξάνοντας το ποσοστό τους κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με ανάλογη έρευνα της 13ης Απριλίου. Το μεγάλο ζήτημα που απασχολεί την κοινή γνώμη και στη Γερμανία είναι η κρίση του κορωνοϊού και οι συνέπειές της. Με τους Χριστιανοδημοκράτες να έχουν αποτύχει πλήρως και τους συγκυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες να μοιράζονται αντικειμενικά την ευθύνη, οι ψηφοφόροι στρέφονται πλέον στη μοναδική εναλλακτική που έχει απομείνει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η Ένωση Χριστιανοδημοκρατών / Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) χάνει επτά ποσοστιαίες μονάδες και υποχωρεί από το 28% στο 21%. Το ίδιο φαινόμενο θα αντιμετωπίσουν άλλωστε όλα τα κυβερνητικά κόμματα που απέτυχαν στη δοκιμασία της πανδημίας. Η Ένωση CDU/CSU, επιλέγοντας τον 60χρονο «μερκελιστή», αλλά «άχρωμο και βαρετό» Άρμιν Λάσετ ως υποψήφιο για την Καγκελαρία, είναι σα να ρίχνει από τώρα λευκή πετσέτα στο ρινγκ της εκλογικής μάχης.
    «Η Ένωση συσπειρώνεται γύρω από έναν αδύναμο άνθρωπο» γράφει η ιταλική HuffPost. Δεν είναι τυχαίο που μόλις το 32% των ερωτηθέντων στη δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa θεωρεί καλή την επιλογή Λάσετ ως υποψηφίου. Το 47% θα προτιμούσε ως υποψήφιο της Ένωσης τον 52χρονο Βαυαρό πρωθυπουργό Μάρκους Ζέντερ, ο οποίος, παρά τις δήθεν διαμαρτυρίες του, έκανε πίσω.
    Γιατί κατάλαβε, ότι και το ίδιο το «βαθύ σύστημα» ευνοεί πλέον μια αλλαγή στην Καγκελαρία, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται παγκοσμίως, ιδιαίτερα μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην αμερικανική προεδρία.
    «Ο Λάσετ δεν μπορεί να ενώσει το κόμμα και ενώ απομένουν μόλις πέντε μήνες πριν από τις εκλογές, δεν υπάρχει κανένα εκλογικό πρόγραμμα, ούτε καν ευφορία μεταξύ των οπαδών» γράφει η εφημερίδα «Handelsblatt», που παραδοσιακά εκπροσωπεί τη γερμανική οικονομική ελίτ. Σημειώνει μάλιστα με έμφαση, ότι τα τρία τέταρτα των πολιτών (74%) δεν πιστεύουν ότι τα χαμηλά ποσοστά των δημοσκοπήσεων για τον Λάσετ και την Ένωση θα βελτιωθούν σημαντικά, έως την ημέρα των εκλογών το Σεπτέμβριο.
    Το σίγουρο είναι ότι «μετά την αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ η Καγκελαρία θα παραμείνει στα χέρια των γυναικών» γράφει η «Aachener Zeitung» και προσθέτει: «Αυτή η προοπτική είναι πλέον ρεαλιστική και είναι δελεαστική για πολλούς ανθρώπους εκτός των Πράσινων. Και τώρα γίνεται ακόμη πιο ελκυστική για τους περισσότερους οπαδούς του CDU και της CSU» τονίζει η γερμανική εφημερίδα.
    «Συνολικά, οι Πράσινοι έχουν γίνει μέρος του ιστού της γερμανικής κοινωνίας. Απευθύνονται όχι μόνο στην παραδοσιακή αριστερή βάση τους αλλά και στους κεντρώους ψηφοφόρους που νοιάζονται για το περιβάλλον και έχουν κουραστεί από τους Χριστιανοδημοκράτες» λέει ο Κάρλ Αρζχάιμερ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο του Μάιντς.
    Μητέρα δύο μικρών παιδιών, η Αναλένα Μπέρμποκ θα μπορούσε επίσης να παρομοιαστεί με τη Γιασίντα Άρντερν, τη συμπονετική και πανίσχυρη πρωθυπουργό της Νέας Ζηλανδίας. Είναι μια νεαρή γυναίκα που μπορεί να κατανοήσει προσωπικά τις καθημερινές ανάγκες των οικογενειών με μικρά παιδιά και να μετουσιώσει σε πολιτική τα προβλήματά τους.
    Με σπουδές στα νομικά και πρώην πρωταθλήτρια στο τραμπολίνο (τρεις φορές χάλκινο μετάλλιο στα γερμανικά πρωταθλήματα), η Αναλένα Μπέρμποκ εντάχθηκε στους Πράσινους το 2005 – τη χρονιά που το κόμμα της επέστρεψε στην αντιπολίτευση έπειτα από επτά χρόνια στην κυβέρνηση υπό το σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ και με υπουργό Εξωτερικών τον «Πράσινο» Γιόσκα Φίσερ.
    Η άνοδός της στο κόμμα ήταν πολύ γρήγορη. Το 2013 εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής και τον Ιανουάριο του 2018 συμπρόεδρος των «Πράσινων» μαζί με τον Ρόμπερτ Χάμπεκ. Αν και δεν έχει κυβερνητική εμπειρία, έχοντας θητεύσει επί πολλά χρόνια ως βοηθός ευρωβουλευτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έχει βαθιά γνώση των ευρωπαϊκών θεμάτων.