Η αδιέξοδη κρίση στην Ουκρανία και η «γύμνια» της Ευρώπης

Η αδιέξοδη κρίση στην Ουκρανία και η «γύμνια» της Ευρώπης

Μια κρίση, εγκλωβισμένη στην αδιέξοδη προβολή στρατηγικών επιδιώξεων της Ρωσίας, στις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε. και στη δογματική επιμονή των ΗΠΑ για επέκταση της επιρροής προς Ανατολάς, κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια περιορισμένη, όπως όλοι ελπίζουν, αντιπαράθεση στην Ουκρανία, και σε μια ψυχροπολεμική σύγκρουση με σοβαρές συνέπειες για την αρχιτεκτονική ασφάλεια αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Νίκος Μελέτης*
© liberal.gr

Οι επιδιώξεις της Ρωσίας για την αποκατάσταση ενός νέου στάτους κβο που θα «διορθώσει» τις ανισορροπίες, που σύμφωνα με τη ρωσική αντίληψη προκάλεσε η απότομη κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, ακούγονται απειλητικές σήμερα για τη Δύση.
Από την άλλη όμως, η εμμονή της Ουάσιγκτον να δώσει περιεχόμενο και ουσία στο ΝΑΤΟ, το οποίο ήταν δημιούργημα του Ψυχρού Πολέμου, με τη διαδικασία διεύρυνσης προς Ανατολάς φθάνοντας μέχρι και την Ουκρανία και τη Γεωργία, εκλαμβάνεται ως ζωτική απειλή στη Ρωσία και πηγή μόνιμων συγκρούσεων.
Και όλη αυτή η αντιπαράθεση, η οποία αφορά την ασφάλεια και την οικονομική ευημερία της Ευρώπης, γίνεται με την ίδια την Ε.Ε. να είναι απούσα από το τραπέζι της διαπραγμάτευσης, και να παραμένει εκτεθειμένη στις επιδιώξεις των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ευάλωτη στον ενεργειακό εκβιασμό της Μόσχας.
Η υπόθεση της Ουκρανίας για τις ΗΠΑ έχει μετατραπεί σε μια συμβολική και εμβληματική επιχείρηση εμπέδωσης της Ανεξαρτησίας μιας μεγάλης πρώην Σοβιετικής Δημοκρατίας και απογαλακτισμού της από την επιρροή της Ρωσίας. Για τη Μόσχα πρόκειται για μια μείζουσα απειλή ασφαλείας…
Η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ είναι ένα περισσότερο θεωρητικό ενδεχόμενο, καθώς ακόμη και τώρα ο πρόεδρος Μπάιντεν και η αμερικανική κυβέρνηση θέλουν περισσότερο να μένει ανοικτή η προοπτική με την πολιτική των «ανοικτών θυρών», παρά να υπάρξει συγκεκριμένη δέσμευση για χρονοδιάγραμμα ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Εξάλλου, πολλές είναι οι χώρες της Συμμαχίας που δε θα επιθυμούσαν την ένταξη μιας τόσο μεγάλης χώρας με τόσα πολλά προβλήματα (από τη λειτουργία των θεσμών μέχρι τη συμβατότητα των εξοπλισμών) στην Ατλαντική Συμμαχία. Πολύ περισσότερο, όταν το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ προβλέπει την αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης εναντίον ενός κράτους – μέλους. Δηλαδή, η οποιαδήποτε εμπλοκή της Ρωσίας με μια «νατοϊκή» Ουκρανία θα οδηγούσε βάσει των συμβατικών υποχρεώσεων που θα είχαν αναλάβει οι χώρες, μια θερμή αντιπαράθεση της Ρωσίας με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ.
Η επέκταση του ΝΑΤΟ σε Ουκρανία και Γεωργία κέρδισε προεδρική στήριξη επί Τζορτζ Μπους το 2008 προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Μόσχας. Η επιλογή αυτή δέχθηκε σφοδρή κριτική και από το εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς πρώην διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας κυρίως συνεργάτες του Μπιλ Κλίντον, θεώρησαν λάθος αυτή την εμμονή στην προς Ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ.
Άλλοι μηχανισμοί, όπως ο Οργανισμός για τη Συνεργασία και Ανάπτυξη ή ακόμη και οι διμερείς σχέσεις, εγκαταλείφθηκαν χάριν της επιλογής του ΝΑΤΟ, το οποίο διαφορετικά δε θα έχει λόγο ύπαρξης…
Ο πρόεδρος Κλίντον είχε προωθήσει τη θέσπιση του προγράμματος Partnership for Peace για να φέρει κοντά στο ΝΑΤΟ χώρες της ανατολικής Ευρώπης, εγκαινιάζοντας την πολιτική των ανοικτών θυρών το 1994 με χώρες όπως η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία να παίρνουν το προβάδισμα.
Για πολλούς αναλυτές, αυτή η επιλογή διευκόλυνε τελικά τον Β. Πούτιν, προσφέροντάς του άλλοθι για να προβάλει την απειλή από τη Δύση, προκειμένου να εμπεδώσει τον αυταρχικό χαρακτήρα της διακυβέρνησης του και να δημιουργήσει έτσι ακόμη πιο σκληρά μέτωπα στην εξωτερική πολιτική.
Ο Τζορτζ Κέναν, ο αρχιτέκτονας της στρατηγικής ανάσχεσης της και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σοβιετική Ένωση, έγραψε το 1997 ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα ήταν ένα «μοιραίο λάθος» επειδή θα «πυροδοτούσε τις εθνικιστικές, αντιδυτικές και μιλιταριστικές τάσεις στη ρωσική γνώμη».
Επρόκειτο περί ενός παράδοξου, με δεδομένο ότι όλη αυτή η αντιπαράθεση γινόταν για λόγους γοήτρου μια και η Δύση κάθε άλλο παρά είναι πρόθυμη να δεχθεί την Ουκρανία στους κόλπους της Συμμαχίας, ενώ και οι ίδιες οι ΗΠΑ είναι προσανατολισμένες περισσότερο προς την Ανατολή και την Κίνα, παρά θέλουν να εμπλακούν σε μια αναμέτρηση για την ασφάλεια της Ευρώπης. Μια αντιπαράθεση, που για την αμερικανική κυβέρνηση έχει και έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά, καθώς εστιάζει στην «προώθηση της δημοκρατίας» σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και στην ίδια τη Ρωσία. Αλλά και ο Ρώσος πρόεδρος πιο πολύ από μια νέα «κατάκτηση» ουκρανικού εδάφους, θα επιθυμούσε μια σαφή ζώνη ασφαλείας στα δυτικά της Ρωσίας.
Σε αυτό το περίπλοκο σκηνικό, η μεγάλη απούσα είναι και πάλι η Ε.Ε. που βαδίζει χωρίς πυξίδα, διχασμένη στο εσωτερικό με αντιτιθέμενα συμφέροντα των κρατών – μελών σε σχέση με τη Ρωσία, και εμφανίζεται ως υποχρεωμένη να συμβαδίσει με τις επιλογές της Ουάσιγκτον που επιβάλλονται και στο ΝΑΤΟ, ενώ την ίδια στιγμή, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις ζητούν και προκρίνουν το διάλογο με τη Μόσχα.
Και η Ενέργεια είναι ένα από τα μεγάλα όπλα που έχει στα χέρια του ο Ρώσος πρόεδρος, προκειμένου να χειραγωγεί τις συμπεριφορές και τις επιλογές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Η κρίση συμπίπτει με μια περίοδο σοβαρών κρίσεων στην Ευρώπη. Ο Μπόρις Τζόνσον μετράει εβδομάδες, αν όχι μέρες, στη θέση του, λόγω των «κορωνοπάρτι» στο πρωθυπουργικό γραφείο, ο Εμανουέλ Μακρόν περνάει δύσκολες στιγμές, ενόψει των προεδρικών εκλογών, ενώ η νέα γερμανική κυβέρνηση πελαγοδρομεί και ο κυβερνητικός συνασπισμός είναι διχασμένος για τη στάση έναντι της Ρωσίας.
Η Ευρώπη δείχνει αναξιόπιστος και αδύναμος συνομιλητής έχοντας έτσι ντε φάκτο παραδώσει την «εξουσιοδότηση» εκπροσώπησης της στις συζητήσεις για την αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, στην Ουάσιγκτον. Και αυτή η υποχώρηση της Ευρώπης δεν είναι μόνο πολιτική – διπλωματική.
Το 2008 η οικονομία της Ε.Ε. ήταν μεγαλύτερη από αυτή των ΗΠΑ, 16,2 τρις δολάρια έναντι 14,7 τρις δολάρια. Το 2020 η Αμερικανική οικονομία έφθασε τα 20,9 τρις δολάρια έναντι των 15,7 τρις δολαρίων της οικονομίας της Ε.Ε.
Από το 2008 – 2020 οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ αυξήθηκαν από 656 δις δολάρια σε 778 δις δολάρια, ενώ οι δαπάνες της Ε.Ε. μειώθηκαν από 303 δις σε 292 δις δολάρια, με τις ΗΠΑ να δαπανούν σχεδόν επταπλάσια ποσά για νέες αμυντικές τεχνολογίες από ότι η Ε.Ε.
Και έτσι, αδυνατώντας συγχρόνως να αρθρώσει ενιαία φωνή και να διαμορφώσει κοινή εξωτερική πολιτική, η Ευρώπη περιθωριοποιείται και γίνεται έρμαιο των διαθέσεων τής εκάστοτε αμερικανικής (ή και ρωσικής) ηγεσίας και αγωνιά, για το εάν θα συνεχίσει να υπάρχει αμερικανική εγγύηση ασφάλειας στη Γηραιά Ήπειρο από τις ΗΠΑ, την ώρα που η Ουάσιγκτον στρέφει τη στρατηγική πυξίδα της στην Ανατολή και στην Κίνα. Την ώρα που εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ευρώπη αγωνιούν για τις τιμές της ενέργειας που καθιστούν την οικονομική επιβίωση τους δύσκολη, η Ευρώπη εναποθέτει τις ελπίδες της στη «μεγαλοψυχία» του Πούτιν ή στα «μπαλώματα» που επιχειρούν οι Αμερικανοί με την ανακατεύθυνση μερικών δεκάδων τάνκερ μεταφοράς αμερικανικού LNG από τον αρχικό προορισμό τους προς την Ανατολή, στην ευρωπαϊκή αγορά…
Η κρίση της Ουκρανίας αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της Ε.Ε., ώστε να μπορέσει να έχει ρόλο όχι μόνο για τα ζητήματα ασφαλείας στα ανατολικά σύνορα της, αλλά και το κομβικό σημείο στο οποίο έχει οδηγηθεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Που, ή θα πρέπει να ζήσει και να επιβιώσει στις δύσκολες συνθήκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού, ή θα παραμείνει παράρτημα των εκάστοτε αμερικανικών επιδιώξεων και έρμαιο των ρωσικών εκβιασμών και πιέσεων…

*Ο Νίκος Μελέτης γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά το 1962. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής Αθηνών. Άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος το 1987. Από το 1990 καλύπτει το διπλωματικό ρεπορτάζ, αρχικά στην ΕΡΤ και κατόπιν και στην εφημερίδα «Έθνος». Αρθρογραφεί στο liberal.gr και στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος».