ΗΠΑ: Τι δείχνουν δύο νέες δημοσκοπήσεις για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου

Οι δύο διαφορετικές προεκλογικές εκστρατείες που «τρέχουν» παράλληλα στις ΗΠΑ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, τα δυνατά χαρτιά κάθε κόμματος και η μάχη που διαφαίνεται αμφίρροπη

Έξι εβδομάδες απομένουν, πια, ως τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές (midterms) της 8ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ. Ο λόγος για μια εκλογική αναμέτρηση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει τις πλειοψηφίες στα δύο σώματα του Κογκρέσου (Βουλή των Αντιπροσώπων και Γερουσία), επηρεάζοντας όμως έτσι καθοριστικά και τα δύο επόμενα χρόνια της προεδρίας Μπάιντεν, ως τις προεδρικές εκλογές του 2024.  

Το κόμμα που βρίσκεται κάθε φορά στο Λευκό Οίκο τείνει «παραδοσιακά» να μην τα πηγαίνει καλά, ή τουλάχιστον όχι τόσο καλά, στις ενδιάμεσες κάλπες. Ωστόσο φέτος, τα μηνύματα που έρχονται από την άλλη άκρη του Ατλαντικού κάνουν την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση να μοιάζει με θρίλερ. 

«Πρωτοφανώς ισχυρά διασταυρούμενα ρεύματα ωθούν τους ψηφοφόρους σε διαφορετικές κατευθύνσεις, προς ένα τελικό (σ.σ. εκλογικό) αποτέλεσμα που μπορεί να μην είναι αυτό που περιμέναμε», δηλώνει από την πλευρά του ο Δημοκρατικός Jeff Horwitt της εταιρείας ερευνών Hart Research Associates, μιλώντας στο Politico.

Για δύο διαφορετικές προεκλογικές εκστρατείες που τρέχουν παράλληλα, μιλά από την πλευρά του ο Ρεπουμπλικανός Bill McInturff της εταιρείας Public Opinion Strategies.

«Υπάρχει μια εκστρατεία για την οικονομία, το κόστος ζωής, το έγκλημα και την ασφάλεια των συνόρων και οι Ρεπουμπλικάνοι κερδίζουν αυτήν την εκστρατεία. Αλλά υπάρχει και μια δεύτερη εκστρατεία για τις αμβλώσεις, τη δημοκρατία και την κλιματική αλλαγή, και οι Δημοκρατικοί κερδίζουν αυτήν την εκστρατεία», σύμφωνα με τον McInturff.

Τι σημαίνει αυτό για το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων, καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου;

Ότι εάν θέλουν να επιτύχουν σημαντικά κέρδη σε αυτές τις κάλπες, οι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε να φέρουν την ατζέντα πιο κοντά σε θέματα όπως είναι η οικονομία ή η μετανάστευση.

Ενδεικτική ως προς αυτό: η κίνηση του Ρεπουμπλικάνου κυβερνήτη της Φλόριντα, Ρον Ντε Σάντις (φωτ.) που «έβαλε» πρόσφατα περίπου 50 αιτούντες άσυλο από τη Βενεζουέλα μέσα σε δύο – ειδικά ναυλωμένα γι’ αυτό το σκοπό – αεροπλάνα και τους «πέταξε» από το Τέξας στο Μάρθα’ς Βίνγιαρντ της Μασαχουσέτης… για να δουν έτσι και οι πλειοψηφικά Δημοκρατικοί ψηφοφόροι του αμερικανικού βορρά πως είναι να μοιράζονται όλοι τα βάρη του προσφυγικού / μεταναστευτικού.

Ο Δημοκρατικός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατηγόρησε τον Ντε Σάντις (που παρουσιάζεται ως φαβορί και για το προεδρικό χρίσμα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2024) πως «κάνει προεκλογική εκστρατεία παίζοντας με τις ζωές των ανθρώπων». Πολλοί ψηφοφόροι του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων, ειδικά όσοι προέρχονται από τον αμερικανικό νότο, έχουν ωστόσο διαφορετική άποψη.  

Υπενθυμίζεται άλλωστε, ότι πριν από τον Ντε Σάντις, σε ανάλογες κινήσεις είχαν προχωρήσει τους περασμένους μήνες και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι, όπως ο κυβερνήτης του Τέξας, Γκρεγκ Αμποτ, και ο κυβερνήτης της Αριζόνα, Νταγκ Ντούσι, στέλνοντας μετανάστες σε αμερικανικές πολιτείες που ελέγχονται από τους Δημοκρατικούς (Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Σικάγο κ.ά.).

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη δημοσκόπηση του δικτύου NBC News, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι μοιράζονται ισομερώς (46% – 46%) ως προς το κόμμα που θέλουν να ελέγχει το Κογκρέσο τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Η δημοτικότητα του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν έχει αυξηθεί στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων έντεκα μηνών, ενώ αντιθέτως η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει υποχωρήσει. Κατά τα λοιπά, το 61% των ερωτηθέντων αντιτίθεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις αμβλώσεις. Το 63% λέει ότι το εισόδημά του δεν αρκεί για να καλύψει τις αυξήσεις στο κόστος ζωής, και το 58% δηλώνει πως δεν εγκρίνει τις κινήσεις του Τζο Μπάιντεν στην οικονομία, ενώ οι «απειλές για τη δημοκρατία» ξεχωρίζουν ως το πιο σημαντικό ζήτημα για τους ψηφοφόρους.

Σε αυτή τη νέα δημοσκόπηση, οι Δημοκρατικοί επικρατούν στις τάξεις των μαύρων ψηφοφόρων (77% – 8%), των ηλικιών 18 έως 34 (57% – 33%), των λευκών με πτυχία κολεγίου (58% – 38%), των γυναικών (53% – 40%) και των Λατίνων (46% – 42%).

Οι Ρεπουμπλικάνοι, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζονται να διατηρούν προβάδισμα μεταξύ των ανδρών ψηφοφόρων (53% – 39%), των λευκών (54% – 41%), των ανεξάρτητων (43% – 37%) και των λευκών χωρίς πτυχία κολεγίου (64% – 31%).

Δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στους New York Times (New York Times/Siena College poll) παρουσιάζει, στο ίδιο πνεύμα, τους ισπανόφωνους / Λατίνους (Hispanic – Latinos) ψηφοφόρους να προτιμούν αυτή τη φορά τους Δημοκρατικούς υποψηφίους έναντι των Ρεπουμπλικάνων (σε ποσοστό 56% έναντι 32%).

Ωστόσο, και σε αυτό το μέτωπο τα μηνύματα που ανακύπτουν μέσα από τις δημοσκοπήσεις είναι μεικτά, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι παρουσιάζονται να ενισχύουν τα ποσοστά τους μεταξύ των νεότερων σε ηλικία ανδρών ισπανόφωνων ψηφοφόρων, που ανησυχούν για την τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις στο μέτωπο της οικονομίας, κυρίως σε περιοχές του αμερικανικού νότου, όπως είναι η Φλόριντα και το Τέξας.

Στο νότο, το 46% των Λατίνων ψηφοφόρων λέει ότι σκοπεύει να ψηφίσει Δημοκρατικούς και το 45% Ρεπουμπλικάνους. Αντίθετα, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 62% έναντι 24% μεταξύ των Ισπανόφωνων ψηφοφόρων σε άλλα μέρη της χώρας.

© Η Καθημερινή (με πληροφορίες από Politico, NBC News, New York Times)