Ζητείται εθνική σοβαρότης

Η Τουρκία και η Λιβύη, με το μεταξύ τους Μνημόνιο, έχουν μοιράσει τη θάλασσα της Αν. Μεσογείου, θεωρώντας αυθαίρετα ότι όλα τα ελληνικά νησιά δε δικαιούνται ΑΟΖ παρά μόνο χωρικά ύδατα.

Μόλις η Τουρκία με μια κίνησή της αιφνιδιάσει την ελληνική πλευρά, εμφανίζονται στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης αναλυτές κάθε προέλευσης (καθηγητές, στρατιωτικοί, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι κ.α.) και συμβουλεύουν την Κυβέρνηση τι πρέπει να κάνει για να αντιμετωπίσει το νέο τετελεσμένο. Αυτό είχε γίνει και το 2019 όταν υπογράφτηκε το παράνομο (σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – UNCLOS) τουρκολιβυκό Μνημόνιο οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών.

Γράφει ο Νίκος Ιγγλέσης*

Τώρα με τη νέα συμφωνία υλοποίησης του Μνημονίου, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα της Τρίπολης να αναθέτει σε τουρκικές εταιρείες την έρευνα και αξιοποίηση των λιβυκών υδρογονανθράκων, παρουσιάζεται μια ανάλογη εικόνα σύγχυσης.

Ορισμένοι εμφανίστηκαν να προτείνουν την επέκταση των χωρικών υδάτων στις ακτές της νότιας Κρήτης στα 12 ν.μ. Τώρα αν τους ρωτήσεις γιατί μόνο στις νότιες ακτές της Κρήτης και όχι σ’ ολόκληρη την Κρήτη αλλά και τη Γαύδο, την Κάσο, την Κάρπαθο, τη Ρόδο και το Καστελόριζο, δε θα λάβεις τεκμηριωμένη – αξιόπιστη απάντηση. Αν πάλι τους ρωτήσεις γιατί όχι 12 ν.μ. σ’ όλες τις ελληνικές ακτές, θα σου μιλήσουν για τις φοβίες τους λόγω του τουρκικού casus belli.

Βέβαια, δεν είναι η επέκταση στα 12 ν.μ. που θα ανατρέψει το τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Το μόνο που θα επιτύχει, αν γίνει όμως σ’ όλες τις νησιωτικές ακτές της Αν. Μεσογείου, θα είναι να περιορίσει τη διεκδικούμενη, από την Τουρκία και Λιβύη, θαλάσσια ζώνη όσο και η επέκταση (6 ν.μ.) σ’ ένα μόνο τμήμα της.

Αλήθεια, όλοι αυτοί οι ειδήμονες, αναρωτιούνται αν μία επέκταση των χωρικών υδάτων μόνο στις νότιες ακτές της Κρήτης θα αποτελέσει έμμεση παραδοχή ότι το Αιγαίο είναι «ειδική περίπτωση»; Αναρωτιούνται ότι έτσι ταυτίζονται με την τουρκική θέση για τα χωρικά ύδατα του Αρχιπελάγους; Υπάρχει και το προηγούμενο, του 2020, με την επέκταση στα 12 ν.μ. μόνο στο Ιόνιο, για την οποία υπερηφανεύεται ανέξοδα η σημερινή Κυβέρνηση της ΝΔ.

Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, μια χώρα έχει το δικαίωμα να επεκτείνει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα μέχρι τα 12 ν.μ. σ’ όλες τις ακτές της. Πουθενά δεν αναφέρει ότι αυτή η επέκταση μπορεί να γίνει σε ορισμένες ακτές και σ’ άλλες όχι. Η Τουρκία βέβαια το έχει κάνει. Έχει καθορίσει 12 ν.μ. στον Εύξεινο Πόντο και στην Αν. Μεσόγειο, βόρεια της Κύπρου, γιατί αυτό τη συμφέρει. Θέλει να εμπεδώσει την άποψη, ότι το Αιγαίο είναι «ειδική περίπτωση» ως κλειστή θάλασσα. Το ερώτημα είναι: Αυτό συμφέρει την Ελλάδα;

Παλαιότερα, επί της προηγούμενης κυβέρνησης, υπήρχαν και φαεινές ιδέες για επέκταση των χωρικών υδάτων μόνο των ηπειρωτικών ακτών στο Αιγαίο, όχι των νησιών.

Τα εθνικά θέματα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και οι καιροί πολύ επικίνδυνοι. Ζητείται εθνική σοβαρότης.

Οι Τούρκοι, ενδιαφέρονται για τα χωρικά ύδατα (κυριαρχία) στο Αιγαίο, γιατί αν αυτά επεκταθούν στα 12 ν.μ. οι ίδιοι δε θα διαθέτουν ουσιαστικά ΑΟΖ στο Αρχιπέλαγος. Η ανοικτή θάλασσα που θα απομείνει μετά την επέκταση θα περικλείεται από ελληνικά χωρικά ύδατα, άρα μπορεί να αποτελέσει μόνο ελληνική ΑΟΖ. Αντίθετα, στην εκτεταμένη Αν. Μεσόγειο ενδιαφέρονται κυρίως για τα κυριαρχικά δικαιώματα (υδρογονάνθρακες κ.α.). Η Τουρκία θέλει να εξασφαλίσει δικούς της ενεργειακούς πόρους ως απαραίτητη προϋπόθεση για να καταστεί ηγεμονική περιφερειακή δύναμη. Γι’ αυτό διαθέτει ήδη τέσσερα θαλάσσια γεωτρύπανα.

Η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, που έγινε το 2020, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά, είναι περιορισμένη και ανεπαρκής. Υπάρχει η δυνατότητα ανακήρυξης (όχι οριοθέτησης) της συνολικής ελληνικής ΑΟΖ με κατάθεση συντεταγμένων και χάρτη στον ΟΗΕ. Το έχουν κάνει οι Τούρκοι με τη «Γαλάζια Πατρίδα». Υπάρχει η δυνατότητα οριοθέτησης της ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία. Υπάρχει η δυνατότητα ολοκλήρωσης της οριοθέτησης με την Αίγυπτο. Ζητείται πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα, που δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα.

*Ο Νίκος Ιγγλέσης είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ). Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στη Γαλλία και δημοσιογραφία στην Αθήνα. Άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στο Έψιλον, μηνιαίο περιοδικό για θέματα της ΕΟΚ, που εξέδιδε η εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Αργότερα εργάστηκε ως οικονομικός συντάκτης στην τηλεόραση της ΕΡΤ, ως υπεύθυνος του οικονομικού ρεπορτάζ και στη συνέχεια ως αρχισυντάκτης του Γραφείου Ρεπορτάζ. Για μια περίοδο διετέλεσε Διευθυντής του Δ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (ΕΡΤ). Επίσης, για ένα διάστημα υπήρξε υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του Υπουργείου Οικονομικών.