Εφαλτήριο συνειδησιακής ανάνηψης ως αντίβαρο στην «πανάκεια» του δημόσιου συμφέροντος

Η ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 120 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Εν τω πλαισίω της σημερινής πολιτικής δυστοπίας και της ταυτόχρονης θεσμικής καχεξίας, αναδύεται ως αφετηρία αντίστασης και όχι ως πανάκεια προσφυγής προς ανυπακοή των προβλέψεων του ιδίου του Συντάγματος, η ακροτελεύτια διάταξη αυτού, ήτοι το περιλάλητο άρθρο 120 παράγραφος 4, το οποίο συμπυκνώνει εύγλωττα, κατά το προσφυώς λεγόμενον, την επιτομή του Συνταγματικού Πατριωτισμού.

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς
[Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω]

Αποπειρώμαι μίας ερμηνείας της εν θέματι διατάξεως, εξ όσων έχων αποκρυσταλλώσει, ως μαχόμενος Δικηγόρος, δίχως να αξιώνω ρήτρα αυθεντίας περί αυτής. Η ως άνω διάταξη της παραγράφου 4, του άρθρου 120 του Συντάγματος, αναγνωρίζει ως υπέρτερο αυτοτελές δικαίωμα – καθήκον και υποχρέωση, την αντίσταση, κατά οιουδήποτε επίβουλου τρίτου, ο οποίος αποπειράται να καταλύσει δια της βίας – σωρευτικώς – τη Συνταγματική έννομη τάξη, υπό άλλη διατύπωση, δίδει τη δυνατότητα εις τον καθ’ έκαστον Έλληνα Πολίτη, να μετέλθει οιοδήποτε, διαθέσιμο πρόσφορο και ικανό μέσο, – θεμιτό ή αθέμιτο – προκειμένου να υπερασπισθεί τη Συνταγματική νομιμότητα, η εύρυθμη λειτουργία της οποίας συνιστά ανυπερθέτως την ύστατη εγγύηση των μείζονων δημοσίων αγαθών, ήτοι αφενός του Πατριωτισμού και εξ ετέρου της Δημοκρατίας, η αφοσίωση εις τα οποία (ως άνω υπέρτερα δημόσια αγαθά), αποτελεί τη θεμελιώδη υποχρέωση των πολιτών, εν συνδυασμώ με το σεβασμό προς το Σύνταγμα και εις τους νόμους που συμφωνούν με αυτό (παράγραφος 2 του άρθρου 120).
Ως εκ τούτου λοιπόν, η εν λόγω υποχρέωση – δικαίωμα καθήκον, εναπόκειται, αμέτρως και ελευθέρως, εις τον πατριωτισμό του καθ’ εκάστου πολίτη, εν ολίγοις δεν υπάρχει δικαιοδοτικό όργανο ή θεσμοθετημένη αρχή εξαναγκασμού επιβολής της εκπλήρωσης της υποχρεώσεως αυτής, απλώς, εις τα άκρα όρια, θεσπίζεται μία ηθική και πνευματική υποχρέωση, δια της οποίας ο εκάστοτε Έλλην Πολίτης αναγορεύεται αυτοκλήτως θεματοφύλακας της Συνταγματικής εννόμου τάξεως, ο οποίος δικαιούται εμπράκτως να εναντιωθεί κατά του επίδοξου σφετεριστή της λαϊκής κυριαρχίας, προξένου της ανατροπής της Πολιτειακής ομαλότητας, τείνουσας προς τη Συνταγματική εκτροπή (παράγραφος 3 του άρθρου 120).
Συνελόντι ειπείν, η ακροτελεύτια διάταξη αναγορεύει τη φιλοπατρία ως συστατικό στοιχείο της Συνταγματικής νομιμοφροσύνης, αναγκαίο προ-απαιτούμενο δια τη θωράκιση της Δημοκρατίας και της Πατρίδας.
Με γνώμονα τα ως άνω, συνάγεται κατά γραμματική ερμηνεία, ότι το εν λόγω άρθρο αποκτά οντότητα όταν υποσκάπτονται τα θεμέλια της μορφής, της οργάνωσης και της λειτουργίας των δομών του πολιτεύματός μας, ως Προεδρευομένη κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου έχει απλώς ένα θεωρητικό, διακηρυκτικό ενδιαφέρον, το οποίο άγει τους πολίτες σε εγρήγορση, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα αντίστασης, συλλογικής δράσης, με σκοπό τη βελτίωση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, δίχως να αμφισβητείται η δικαιοδοτική εξουσία των δικαστηρίων (κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος) διότι η ενεργοποίηση του δε συνιστά μία αδιάκριτη ή συλλήβδην πρόσκληση αυθαίρετης υπονόμευσης των θεσμών ή κλυδωνισμού της Πολιτείας και εν γένει της υφιστάμενης νομιμότητας, διότι το ίδιο άρθρο αυτό καθ’ αυτό, προϋποθέτει πρωτίστως υπακοή προς το Σύνταγμα και τους Θεσμούς της Πολιτείας.
Εις τον αντίποδα κατά διασταλτική ερμηνεία, θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η παραβίαση του άρθρου 120 παράγραφος 4, δίδει τη δυνατότητα πράγματι προς τους πολίτες, να αντιδράσουν με παν πρόσφορο μέσο κατά της οιονεί θεσμικής βίας, όταν το Σύνταγμα, καταλύεται συστηματικώς και κατ’ εξακολούθηση, με αδιάκριτες παραβιάσεις σωρείας εκ των διατάξεών της, ή όταν η ιδία η Πολιτεία το καταφρονεί συνολικώς ή δια πράξεων και παραλείψεών της, εκδηλώνει πάγια βούληση προπετούς ελλείψεως σεβασμού προς αυτό αθροιστικώς.
Εις την ως άνω περίπτωση, όπως εν προκειμένω, όπου βιώνουμε, εκόντες άκοντες, επί μακρόν την αναστολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών μας (κατά το άρθρο 5 του Συντάγματος), άνευ εφαρμογής ελέγχου των καθολικών μέτρων αλλεπάλληλων εγκλεισμών, αν αντικειμενικώς αυτά καθίστανται απολύτως αναγκαία, κατάλληλα και τα ολιγότερα επαχθή προς τον περιορισμό του πυρήνα του δικαιώματος της ελευθέρας ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας, αλλά και παραλλήλως αν και κατά πόσον τα εν λόγω μέτρα καθίστανται ικανά και πρόσφορα του περιορισμού της «πανδημίας» (κατ’ άρθρο 25 – αρχή της αναλογικότητας).
Εντούτοις η ρηματική επίκληση του άρθρου αυτού καθ’ αυτού, δεν αναιρεί την υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων να προβούν σε τυχόν αυτόφωρη σύλληψη προς πολίτη, ο οποίος δε συμμορφώνεται με ισχύοντα νόμο του Κράτους, δυνάμει του οποίου προβλέπεται ρητώς και εκ των προτέρων, η επιβολή ποινής στερήσεως της προσωπικής ελευθερίας ή επιβολή διοικητικού προστίμου.
Όλως τουναντίον δε, αποτελεί απλώς μία μορφή θεωρητικής πρότασης, επί της οποίας, απλώς δύναται, ο συλληφθείς επαγωγικώς να δομήσει υπερασπιστική «γραμμή», ενώπιον του ποινικού πλέον δικαστηρίου, προβάλλοντας ισχυρισμούς, αρχής γενομένης από τη λυσιτελή προβολή της ένστασης περί ασκήσεως συγκεκριμένου και παρεμπίπτοντος ελέγχου, περί της συγκεκριμένης διάταξης, η οποία διέπει της επίδικη διαφορά η οποία άγεται προς εκδίκαση, εις τα πλαίσια της δικαιοδοσίας άσκησης δικαστικού ελέγχου της Συνταγματικής νομιμότητας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 93 παράγραφος 4 του Συντάγματος, υπό των δικαιοδοτικών των οργάνων, πάντοτε σε συνδυασμό με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς οι οποίοι αρύονται εκ του Ποινικού Κώδικα, προς αποδόμηση του κατηγορητηρίου.
Εν κατακλείδι, το άρθρο 120 του Συντάγματος σε συνδυασμό με την παραβίαση του άρθρου 5 και των λοιπών εκφάνσεων του, αποτελεί απλώς μία προσέγγιση σχετικώς με την περιφρόνηση του Συντάγματος, μεσούσης της περιλάλητης «πανδημίας με αποκλειστικό γνώμονα την αόριστη και κατά το δοκούν πολύσημη επιστράτευση της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος» πλην όμως η αναφυόμενη πολιτική ανυπακοή με την αμφισβήτηση της Συνταγματικότητας, ιδίως των επίμαχων νόμων περί των αλλεπάλληλων εγκλεισμών, δεν πρέπει να οδηγεί σε σύγχυση, αναρχία ή σε άτοπο, αλλά δέον όπως γίνεται λίαν συννόμως ούτως ώστε να παράξει το αναμενόμενο αποτέλεσμα επ’ ωφελεία της κοινωνίας.
Σε διαφορετική περίπτωση, θα οδηγήσει σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, με συνέπεια η βιούμενη ωσεί μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης και η άτυπη κήρυξη της Πατρίδος μας σε οιονεί κατάσταση «πολιορκίας» δια των επαχθών μέτρων έκτακτης ανάγκης, εν ονόματι της οποίας θυσιάζουμε τα θεμελιώδη δικαιώματά μας προς αποτροπή του επικείμενου κινδύνου θα παραμείνει επάπειρον.
Ως εκ τούτου, η τήρηση της νομιμότητας και η αποκατάσταση της θεσμικής ομαλότητας προς την κανονικότητα, ανάγεται εις τον ορθό τρόπο χρήσης του νομικού οπλοστασίου, όπως το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συμβάσεις, οι Νόμοι, η Νομική Επιστήμη και η Νομολογία όπως εγκύρως έχουν αποκρυσταλλωθεί, υπό τους ειδικούς, άλλως ο ακκίζων τον ειδικό ενώπιον του δικαστή, ευρίσκεται εκτεθειμένος, καθότι, όπως έχει πει ο Βολταίρος: «Ο δικάζων ανυπεράσπιστον δεν κρατεί ρομφαία Δικαιοσύνης αλλά εγχειρίδιο δολοφόνου».