Εταιρείες κόντρα στο γλωσσικό νόμο

Οι εταιρείες τεχνολογίας ζητούν από τον πρωθυπουργό του Κεμπέκ να σταματήσει τη γαλλική απαίτηση για τους μετανάστες

Μια ομάδα καναδικών εταιρειών τεχνολογίας είπε, καλώντας τον πρωθυπουργό του Κεμπέκ, να σταματήσει ένα νομοσχέδιο που απαιτεί από τους μετανάστες να μάθουν γαλλικά εντός έξι μηνών από την άφιξή τους στην επαρχία.

Οι 37 εταιρείες υποστήριξαν σε επιστολή την Τρίτη 14 Ιουνίου προς τον Francois Legault, ότι το χρονικό διάστημα που έχουν οι μετανάστες προτού να πρέπει να χρησιμοποιήσουν τα γαλλικά για επίσημους σκοπούς βάσει του νομοσχεδίου 96 είναι «μια εξωπραγματική προθεσμία» για τους ανθρώπους που προσαρμόζονται σε ένα νέο σπίτι και μπορεί «να προκαλέσουν τεράστια ζημιά στην επαρχιακή οικονομία».

Η επιστολή που οργανώθηκε από το Συμβούλιο Καναδών Καινοτόμων (CCI) και υπογράφηκε από στελέχη των Coveo, Sportlogiq, CloudOps και Petal περιγράφει την προθεσμία ως δύσκολο να τηρηθεί, επειδή η επαρχία δε θα έχει γλωσσική υποστήριξη για νέο-εισερχόμενους, μέσω της κυβερνητικής οντότητας Francisation Quebec μέχρι το 2023 παρά το νομοσχέδιο που έλαβε βασιλική έγκριση τον Ιούνιο.

«Μέχρι τη στιγμή που η κυβέρνησή σας δημιουργήσει το Francisation Quebec, ο νόμος θα έχει ήδη αποθαρρύνει τους παγκόσμιους εργαζόμενους να επιλέξουν το Κεμπέκ ως ένα νέο μέρος για να χτίσουν μια ζωή και να μεγαλώσουν μια οικογένεια», αναφέρει η επιστολή.

Αντί για άμεση υποστήριξη από το Francisation Quebec, πολλές εταιρείες είναι πρόθυμες να φέρουν δασκάλους στα γραφεία τους για να βοηθήσουν τους μετανάστες. Οι εργαζόμενοι μαθαίνουν γαλλικά, αλλά υπάρχει έλλειψη εκπαιδευτών, δήλωσε ο πρόεδρος του CCI Benjamin Bergen.

«Ακόμη και οι εταιρείες που είναι εξαιρετικά προληπτικές και πραγματικά προσπαθούν να εργαστούν για να ενοποιήσουν τις ομάδες τους, αντιμετωπίζουν προκλήσεις», είπε.

Φοβούνται επίσης ότι η απαίτηση εκμάθησης της Γαλλικής γλώσσας για τους μετανάστες, θα μπορούσε να εμποδίσει την ικανότητα της επαρχίας να είναι ανταγωνιστική ως προς την προσέλκυση ταλέντων τεχνολογίας και να επιδεινώσει τις υπάρχουσες ελλείψεις προγραμματιστών και μηχανικών.

Η κυβέρνηση του Κεμπέκ υπολόγισε πέρυσι ότι έπρεπε να καλυφθούν 10.000 θέσεις εργασίας στους τομείς της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών.

Εάν η επαρχία δε λάβει υπόψη της την επιστολή της CCI, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ανάπτυξης φαρμάκων για τον καρκίνο με έδρα το Κεμπέκ, Repare Therapeutics, δήλωσε ότι είναι αναπόφευκτο να μη δημιουργηθούν νέες επιχειρήσεις στο Κεμπέκ και οι υπάρχουσες εταιρείες να πρέπει να εγκαταλείψουν την επαρχία ή ακόμη και να φύγουν.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια κατάσταση, όπου θέλουμε να στρατολογήσουμε κάποιον σπουδαίο, αλλά μας λένε, «θα έρθουμε μόνο στο γραφείο σας στη Βοστώνη» ή «Θεός φυλάξοι, είμαστε σε μια κατάσταση όπου πρέπει να ανοίξτε μια εγκατάσταση στην Οτάβα ή στο Τορόντο», είπε ο Lloyd Segal.

Αυτό το «ανατριχιαστικό αποτέλεσμα» έχει ήδη εμφανιστεί, είπε ο Μπέργκεν. Έχει ακούσει για υψηλά καταρτισμένους ειδικευμένους εργάτες που το ξανασκέφτονται να μετακομίσουν στο Κεμπέκ και σε εταιρείες μέλη της CCI που εξετάζουν το άνοιγμα γραφείων στο Τορόντο, το Χάλιφαξ και το Βανκούβερ, ως έναν τρόπο δελεασμού ταλέντων.

Προτού αυτές οι επιπτώσεις γίνουν ακόμη πιο αχαλίνωτες, η CCI και οι υπογράφοντες θέλουν η κυβέρνηση να συνεργαστεί με τις επιχειρήσεις για να καταλήξει σε ένα καλύτερο σχέδιο που «δεν καταλήγει να προκαλεί περισσότερο κακό παρά καλό για την οικονομία και την επαρχία μας».

Το νομοσχέδιο, το οποίο ψήφισε η εθνική συνέλευση του Κεμπέκ το Μάιο, έχει επίσης αντιμετωπίσει εκκλήσεις για αλλαγή από το Συμβούλιο Λιανικής του Κεμπέκ και τους Κατασκευαστές και Εξαγωγείς του Κεμπέκ.

Πέρα από τις απαιτήσεις για τους μετανάστες, το νομοσχέδιο υποβάλλει εταιρείες που απασχολούν τουλάχιστον 25 άτομα σε «γαλλοποίηση» – κυβερνητική πιστοποίηση ότι η χρήση των γαλλικών γενικεύεται στο χώρο εργασίας – από 50 που είναι σήμερα. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, το γραφείο Γαλλικής γλώσσας θα μπορεί να παρακρατήσει επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις σε όσους δε συμμορφωθούν. Η Καναδική Ομοσπονδία Ανεξάρτητων Επιχειρήσεων εκτιμά, ότι η εφαρμογή του νομοσχεδίου θα κοστίσει σε μια εταιρεία 50 εργαζομένων μεταξύ 9,5 και 23,5 εκατομμυρίων δολαρίων.