Γιατί οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας οδηγούνται σε ρήξη

    Γιατί οι σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας οδηγούνται σε ρήξη

    Τα πρώτα δείγματα γραφής της κυβέρνησης Μπάιντεν δεν προοιωνίζονται ότι οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας βαίνουν προς εξομάλυνση. Για την ακρίβεια, θα εξακολουθήσουν για κάποιο διάστημα να μετεωρίζονται μεταξύ μίας ημιανοικτής εχθρότητας και μίας τάσης επαναπροσέγγισης, αλλά και αυτό, μόνο εάν η Άγκυρα στείλει το μήνυμα ότι είναι διατεθειμένη να υπαναχωρήσει από την άτυπη, πλην ουσιαστική, στρατηγική σχέση που έχει δημιουργήσει με τη Μόσχα. Πόσο πιθανό, όμως, είναι αυτό;

    Σταύρος Λυγερός*

    Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα, πρέπει να σημειωθεί ότι η ειδοποιός διαφορά Τραμπ και Μπάιντεν είναι ότι ο δεύτερος φέρεται αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει περισσότερο το «μαστίγιο» παρά το «καρότο» για να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό «μαντρί». Η σχετικά ήπια τακτική του προκατόχου του, άλλωστε, δεν έφερε αποτέλεσμα. Εξ ου και ο Πομπέο επέβαλε κυρώσεις, οι οποίες έγιναν πιο επώδυνες μετά την υπερψήφιση από το Κογκρέσο του αμυντικού νομοσχεδίου.

    Η Τουρκία είναι στην πρώτη γραμμή των προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής που πρέπει να αντιμετωπίσει η νέα αμερικανική κυβέρνηση. Στην Ουάσιγκτον όλοι συμφωνούν πως δεν πρέπει να χάσουν την Τουρκία. Οι διαφωνίες αφορούν στον τρόπο που θα την επαναφέρουν στο δυτικό «μαντρί». Η αποτυχία του Τραμπ σ’ αυτόν τον τομέα έχει εξωθήσει όχι μόνο τους Δημοκρατικούς, αλλά και τους Ρεπουμπλικάνους στη σκληρή γραμμή.

    Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα των μαχητικών F-35 και η επιβολή των πρόσφατων κυρώσεων είναι μόνο η αρχή. Η πολιτική δυναμική που αναπτύσσεται οδηγεί σε κλιμάκωση. Αυτό ήδη φάνηκε. Ενώ η συνομιλία του Αμερικανού Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας με τον Καλίν (δεξί χέρι του Ερντογάν) έδειξε ότι ίσως δρομολογηθεί κάποιου είδους διμερής διαπραγμάτευση, με σκοπό την εξομάλυνση των σχέσεων, τα όσα ακολούθησαν έδειξαν ότι το περιθώριο είναι εξαιρετικά στενό ακόμα και για μία τέτοια προσπάθεια.

    ΣΤΟ ΟΡΙΟ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΗΠΑ – ΤΟΥΡΚΙΑΣ

    Οι Αμερικανοί ζητούν από την Άγκυρα να κάνει έμπρακτα βήματα πίσω και μάλιστα γρήγορα. Η υπόθεση των S-400 έφερε τον κόμπο στο χτένι, αλλά το ρήγμα έχει πλέον βαθύνει. Ας σημειωθεί ότι μετά το πραξικόπημα του 2016, η Ουάσιγκτον ήταν διατεθειμένη να έρθει σε κάποιον συμβιβασμό, αλλά δε βρήκε ανταπόκριση από τον Ερντογάν. Όντας πεπεισμένος πως οι Αμερικανοί επιχείρησαν να τον ανατρέψουν, δεν τους εμπιστεύεται. Και επειδή δεν τους εμπιστεύεται, δεν επιστρέφει στο δυτικό μαντρί.

    Η πεποίθηση του Τούρκου προέδρου πως τον έχουν προγράψει, τον εξώθησε να εναγκαλισθεί, ως γεωπολιτικό αντίβαρο, τον Πούτιν, παρά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα Ρωσίας – Τουρκίας στη Συρία, στη Λιβύη και όχι μόνο. Η αμοιβαία πλέον κρίση εμπιστοσύνης βάθυνε το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά παρά την αγορά των S-400 δεν τις οδήγησε σε ρήξη, κυρίως λόγω του «φρένου» που πατούσε ο Τραμπ.

    Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά θέλει και τώρα να κόψει ολοσχερώς τις γέφυρες. Από την πλευρά του, ο Ερντογάν προφανώς ποτέ δεν πρόκειται να πει ρητά ότι εγκαταλείπει τη Δύση. Μπορεί σε τακτικό επίπεδο και να συμπλέει με τις ΗΠΑ, αλλά μέχρις εκεί. Αυτό ισχύει, παρά το γεγονός ότι έχει ανάγκη τη Δύση για να αντιμετωπίσει την επιδεινούμενη οικονομική κρίση στην Τουρκία.

    Γι’ αυτό, όπως και για άλλα ζητήματα, όμως, ποντάρει στη Γερμανία, η οποία δείχνει να μην τον απογοητεύει σε όλα τα επίπεδα. Τα όσα αποθεωτικά έγραψε πρόσφατα, μάλιστα, ο Σρέντερ για το ρόλο της Τουρκίας, επιβεβαιώνουν ότι ένα μεγάλο μέρος των γερμανικών ελίτ σκέφτεται έτσι. Ουσιαστικά επιστρέφει αταβιστικά στην παράδοση, έστω κι αν ο πρώην καγκελάριος χρησιμοποίησε σύγχρονη φρασεολογία.

    Η ΣΧΟΙΝΟΒΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

    Στην πραγματικότητα, ο Τούρκος πρόεδρος επιδιώκει να ισορροπήσει μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης, Ρωσίας και εν μέρει Κίνας. Εκτός των άλλων λόγων που ο Τραμπ δεν είχε θεωρήσει την αγορά των S-400 «αιτία πολέμου» με την Τουρκία, ήταν επειδή έβλεπε διαφορετικά τη Ρωσία από ό,τι τη βλέπουν οι Δημοκρατικοί, αλλά και ο κορμός των Ρεπουμπλικάνων. Εάν ήταν στο χέρι του θα τα είχε βρει με τον Πούτιν.

    Στην πλευρά Μπάιντεν (όπως και στον κορμό του αμερικανικού κατεστημένου στις ΗΠΑ), όμως, φυσούν άλλοι άνεμοι, οι οποίοι θα έχουν άμεσες επιπτώσεις στον τρόπο που η νέα αμερικανική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει τον Ερντογάν. Το αντιρωσικό κλίμα στην Ουάσιγκτον είναι ισχυρό και επικαθορίζει τη στάση και έναντι της Τουρκίας. Οι S-400, λοιπόν, ήταν η κορυφή του παγόβουνου. Το «παγόβουνο» είναι ο γεωπολιτικός εναγκαλισμός με τον Πούτιν.

    Από την πλευρά του, ο Ερντογάν προσπαθεί παραλλήλως να αναγορευθεί σε ηγετική μορφή του ισλαμικού κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό και για να αποτρέψει την αναβίωση σχέσεων εξάρτησης από τη Δύση, ο Ερντογάν φροντίζει με τη ρητορική του να καλλιεργεί στο εσωτερικό της χώρας του αντιδυτικά αισθήματα. Στο πολιτικό επίπεδο βασικό επιχείρημά του είναι ότι η Δύση επιδιώκει τον ακρωτηριασμό της Τουρκίας μέσω του Κουρδικού. Στο ιδεολογικό επίπεδο, χρησιμοποιεί ισλαμικά στερεότυπα για να αναβιώσει και παροξύνει τα αντιδυτικά αισθήματα στην τουρκική κοινή γνώμη.

    Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, εντάσσεται και σ’ αυτό το πλαίσιο. Η τελετή της πρώτης μουσουλμανικής προσευχής με το ξίφος του ιμάμη παραπέμπουν σε συμβολική αναβίωση των θρησκευτικών πολέμων: από τη μία πλευρά το Ισλάμ κι από την άλλη η χριστιανική Δύση. Μία άλλη εκδοχή αυτού που συνέβη με τις επιθέσεις της ισλαμικής τρομοκρατίας σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

    Η ΙΔΙΟΤΥΠΗ ΝΕΟ-ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 

    Αυτό που δε θέλει να αποδεχθεί η Δύση και ειδικά η Ουάσιγκτον είναι ότι μετά από 18+ χρόνια στην εξουσία, ο Ερντογάν έχει αλλάξει ριζικά την Τουρκία. Με αυτή την έννοια, αυτό που συνέβη είναι πραγματική επανάσταση, έστω κι αν ο τρόπος που έγινε διαφέρει ποιοτικά από τις κλασικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα. Το πως είναι δυνατόν η ιδεολογική οπτική και το προσωπικό πολιτικό συμφέρον ενός ηγέτη, να μπορούν να επιφέρουν μία τόσο μεγάλη στροφή στο γεωπολιτικό προσανατολισμό μία χώρας, είναι ζήτημα που δε θα μας απασχολήσει σ’ αυτό το άρθρο.

    Η αναγόρευση του Ερντογάν σε ένα είδος αιρετού μονάρχη έχει οδηγήσει σε μία κατάσταση που τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα δεν ορίζονται πλέον συλλογικά από την παραδοσιακή μετακεμαλική άρχουσα ελίτ, αλλά από το νέο-σουλτάνο και την αυλή του, οι οποίοι εκφράζουν πολιτικά τη «βαθιά Τουρκία». Ο νέο-οθωμανικός τρόπος, λοιπόν, που ο Ερντογάν αντιλαμβάνεται και ορίζει τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα, αντανακλά το κυρίαρχο ιδεολογικό – πολιτικό ρεύμα στις μάζες της Ανατολίας.

    Ο ίδιος, πάντως, έχει και στενά προσωπικό πολιτικό συμφέρον να μην επιστρέψει στο δυτικό «μαντρί». Είναι πεπεισμένος πως εάν επιστρέψει θα γίνει όμηρος. Τα αμερικανικά δίκτυα επιρροής θα ανασυσταθούν και πιθανότατα θα χρησιμοποιηθούν για να μεθοδευθεί η αποκαθήλωσή του. Με σημαία το νέο-οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό και την αυτονόμηση από τη Δύση, προσδίδει ευρύτερες ιδεολογικοπολιτικές διαστάσεις στο τωρινό ρήγμα, ειδικά με τις ΗΠΑ.

    ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚO ΤΟ ΡHΓΜΑ

    Η αντίθεση ΗΠΑ – Τουρκίας δεν είναι πλέον μονοδιάστατα πολιτική. Είναι ταυτοχρόνως και πολιτισμική. Είναι ανάμεσα στις δυτικές αξίες και στη «βαθιά Τουρκία», έστω κι αν οι Δυτικοί ακόμα δυσκολεύονται να το συνειδητοποιήσουν. Ο Μπάιντεν θα υποχρεωθεί ίσως να το συνειδητοποιήσει λόγω του εναγκαλισμού Ερντογάν-Πούτιν. Ο μόνος που φαίνεται να το αντιλαμβάνεται σε όλες τις διαστάσεις του είναι ο Μακρόν.

    Ο νέο-οθωμανισμός του Ερντογάν, ως ιδεολογία και πολιτικό κίνημα, δεν έχει σκοπό μόνο να κλείσει την ιστορική παρένθεση του κεμαλισμού και να επανασυνδέσει την Τουρκία με το οθωμανικό παρελθόν της. Όπως προανέφερα, ήρθε και με τη φιλοδοξία να μετατρέψει την Τουρκία σε ηγέτη του μουσουλμανικού κόσμου με αντιδυτική κατεύθυνση. Μπορεί, λοιπόν, η οικονομική κρίση να έχει φθείρει την εικόνα του Ερντογάν, αλλά το ιδεολογικό αφήγημά του συνεχίζει να συγκινεί τη «βαθιά Τουρκία».

    Αυτό δε θα αλλάξει ριζικά, ακόμα κι αν η πολιτική φθορά του Τούρκου προέδρου ενταθεί. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία, όσο τουλάχιστον στο τιμόνι της θα βρίσκεται ο Ερντογάν, έχει ήδη χαθεί για τη Δύση. Και επειδή έχει χαθεί όχι μόνο πολιτικά, αλλά βαθύτερα, στο πολιτισμικό επίπεδο, είναι πιθανόν να μην επανέλθει στο δυτικό «μαντρί» ούτε στη μετά-Ερντογάν εποχή.

    *Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός – διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.