Γιατί η «αλά τούρκα» λύση του Κυπριακού εκτοπίζει την Ελλάδα από την Αν. Μεσόγειο

Γιατί η «αλά τούρκα» λύση του Κυπριακού εκτοπίζει την Ελλάδα από την Αν. Μεσόγειο

Από τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων του μετακεμαλικού καθεστώτος, που παρέθεσα στο πρώτο μέρος της τετραλογίας (σήμερα το τρίτο μέρος) για τη στρατηγική διάσταση του Κυπριακού (σ.σ.: δημοσιεύτηκαν στα δύο προηγούμενα φύλλα των ΝΕΩΝ), αποδεικνύεται ο φόβος τους μήπως εξωθήσουν τα πράγματα προς την κατεύθυνση της διπλής ένωσης και κατ’ αυτόν τον τρόπο φέρουν την Ελλάδα στο μαλακό υπογάστριο της Τουρκίας. Είναι ακριβώς αυτός ο φόβος, όπως και η ομολογημένη επιδίωξη γεωστρατηγικού ελέγχου όλης της Κύπρου, που τα Κατεχόμενα δεν προσαρτήθηκαν στην τουρκική επικράτεια.

Σταύρος Λυγερός*
© slpress.gr

Στην άτυπη Πενταμερή στη Γενεύη, η τουρκική πλευρά ζήτησε λύση δύο κρατών. Ο λόγος που δεν το έκανε μέχρι τώρα είναι, ότι φοβόταν πως εάν έσπρωχνε τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, ίσως εξωθούσε τους Ελληνοκύπριους να αναζητήσουν προστασία εντασσόμενοι –με κάποια πολιτειακή μορφή– στην ελληνική επικράτεια, γεγονός που εκ των πραγμάτων θα έφερνε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μεγαλόνησο.
Τί άραγε άλλαξε και σήμερα το καθεστώς Ερντογάν απαιτεί δύο κράτη; Η απάντηση είναι απλή: έχει πειστεί πως ούτε η Λευκωσία, αλλά ούτε και η Αθήνα είναι διατεθειμένες να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ένταξη, μάλιστα, της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. απομάκρυνε πολύ αυτό το ενδεχόμενο, εάν δεν το εξαφάνισε. Ως εκ τούτου, η τουρκική απαίτηση για δύο κράτη στην Κύπρο δεν έχει αυτή την περίοδο την επικίνδυνη παρενέργεια που οι Τούρκοι φοβούνταν πριν 25-40 χρόνια.
Τα «δύο κράτη», άλλωστε, μπήκαν στο τραπέζι, όχι με την προσδοκία ότι η τουρκική θέση θα γίνει αποδεκτή, αλλά με τη «λογική του Χότζα». Δηλαδή, να κάνουν υποτίθεται βήμα πίσω, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα την «κυριαρχική ισότητα» στο πλαίσιο μίας συνομοσπονδίας, η οποία θα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελέγχει γεωστρατηγικά την Κύπρο. Παρότι προφανής η τουρκική τακτική, έχει εδώ και δεκαετίες αποδειχθεί από τα γεγονότα ότι αποδίδει.
Είναι προφανές, πως μία «αλά τούρκα» λύση του Κυπριακού θα τινάξει στον αέρα ό,τι έχει γεωστρατηγικά επιτευχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο με τις τριγωνικές συνεργασίες. Βγάζοντας την Κύπρο από την εξίσωση, όλο αυτό το πλέγμα ουσιαστικά διαλύεται. Όχι, βεβαίως, επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πολιτικά και στρατιωτικά ισχυρή, αλλά επειδή γεωπολιτικά είναι ο κρίκος που ενώνει την Ελλάδα με τις τρίτες χώρες (Ισραήλ, Αίγυπτο κ.λπ.).

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ
H ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην E.E. το 2004 ενίσχυσε αναμφισβήτητα τη θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, αλλά δεν ανέτρεψε το προηγούμενο πλαίσιο αναζήτησης λύσης. Μπορεί η τουρκική πλευρά να θέτει θέμα δύο κρατών, αλλά υπενθυμίζουμε ότι η «Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία», την οποία επικαλείται η ελληνική πλευρά, είχε οδηγήσει στο σχέδιο Ανάν, το οποίο είχε απορριφθεί το 2004 από τους Ελληνοκύπριους με 76%.
Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, το ζητούμενο είναι η Λευκωσία και η Αθήνα να προχωρήσουν σε αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση, με κριτήριο τη συλλογική ασφάλεια και την ευημερία του κυπριακού Ελληνισμού. Τι σημαίνει αναθεώρηση στρατηγικής; Σημαίνει απεγκλωβισμό, κυρίως των πολιτικών ελίτ σε Λευκωσία και Αθήνα, από τα καθηλωτικά στερεότυπα δεκαετιών, τα οποία συντηρούν αυταπάτες. Σημαίνει αναστοχασμό, για το περιεχόμενο της λύσης του Κυπριακού, κοιτάζοντας κατάματα την πραγματικότητα.
Σημαίνει ειδικά εγκατάλειψη του στερεότυπου, που φέρει τον τίτλο «Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία» και το οποίο πρακτικά οδηγεί σε λύσεις τύπου Ανάν. Η διπλωματική οχύρωση των Ελληνοκυπρίων –όπως συμβαίνει το τελευταίο διάστημα– πίσω από αυτό τον τίτλο, μπορεί να φαίνεται ότι δίνει πόντους στη Λευκωσία στο παιχνίδι του διπλωματικού blame game, αλλά στην πραγματικότητα είναι συνταγή παγίδευσης.

ΕΠΩΔΥΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Το 76% που συγκέντρωσε το «όχι» στο δημοψήφισμα του 2004 έπρεπε να είχε μετατραπεί αμέσως σε αφετηρία μίας στρατηγικής αναθεώρησης από μηδενική βάση, επειδή πρόσφερε πολιτικά τη δυνατότητα για να αλλάξει το πλαίσιο αναζήτησης λύσης. Αυτό δε συνέβη, με αποτέλεσμα να επιστρέψουμε στη διπλωματική πεπατημένη με τα γνωστά αποτελέσματα.
Κι όμως, έστω και με πολυετή καθυστέρηση, είναι αναγκαίο να ανοίξει προς όλες τις κατευθύνσεις και χωρίς ταμπού η συζήτηση για το Κυπριακό. Το ζητούμενο πρέπει να είναι η ανεύρεση της συγκριτικά καλύτερης δυνατής λύσης, ώστε ο κυπριακός Ελληνισμός να επιβιώσει με ασφάλεια στις πατρογονικές εστίες του. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να είναι τέτοια, που να μπορεί να βρει ανταπόκριση διεθνώς και να αποκτήσει ισχυρά διπλωματικά ερείσματα.
Προφανώς οι επιλογές των Ελληνοκυπρίων είναι και περιορισμένες και επώδυνες, για τους εξής λόγους:
1] Επειδή η πολυετής κατοχή έχει δημιουργήσει πολλαπλά τετελεσμένα προς την κατεύθυνση της τουρκοποίησης της βόρειας Κύπρου. Τα σημαντικότερα είναι η συνεχής μαζική εγκατάσταση Τούρκων εποίκων, η μετανάστευση μεγάλου αριθμού Τουρκοκυπρίων και το μεγάλωμα δύο σχεδόν γενεών Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων χωρίς μνήμες συνύπαρξης και σε πολύ μεγάλο βαθμό χωρίς επιθυμία συνύπαρξης.
2] Επειδή βρίσκονται υπό τη διαρκή πίεση και απειλή του τουρκικού κατοχικού στρατού.
3] Επειδή βρίσκονται αρκετά μακριά από την Ελλάδα και κυρίως επειδή στην Ελλάδα κυριαρχεί η τάση αφενός αποδέσμευσης από την εθνική ευθύνη έναντι του κυπριακού Ελληνισμού, αφετέρου απεμπόλησης του στρατηγικού πλεονεκτήματος που γεωπολιτικά αντιπροσωπεύει η Κύπρος για τον Ελληνισμό.

ΝΕΚΡΕΣ ΟΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Δυστυχώς, η στρατηγική αναθεώρηση από μηδενική βάση είναι εξορισμένη από την ατζέντα και στη Λευκωσία και στην Αθήνα, παρά τα επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα, με τελευταίο τις προηγούμενες ημέρες στη Γενεύη. Οι μόνες δύο θετικές εξαιρέσεις στη διαχείριση του Κυπριακού, εκ μέρους της Αθήνας την τελευταία εικοσαετία, είναι αφενός η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., αφετέρου η άρνηση του καθεστώτος των εγγυήσεων. Το δεύτερο το οφείλουμε στον Κοτζιά, ο οποίος, ως υπουργός Εξωτερικών, υιοθέτησε σχετική ιδέα του καθηγητή Μάριου Ευρυβιάδη.
Απόδειξη, ότι το σχέδιο Ανάν ήταν κομμένο και ραμμένο στα τουρκικά γεωστρατηγικά συμφέροντα, είναι ότι είχε διατηρήσει ακέραιο το παρωχημένο και επικίνδυνο σύστημα εγγυήσεων, ενώ πετούσε στο σκουπιδοτενεκέ όλα τα άλλα στοιχεία των ιδρυτικών συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Οι Τούρκοι απέδειξαν στην πράξη πώς ερμηνεύουν τη συνθήκη εγγυήσεων. Το 1964 βομβάρδισαν την Κύπρο και το 1974 εισέβαλαν στο νησί. Με άλλα λόγια, θεωρούν ότι οι εγγυήτριες δυνάμεις έχουν δικαίωμα μονομερούς επέμβασης στο σύνολο της Κύπρου. Την πρόθεση και την πρακτική δυνατότητα να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, όμως, το έχει μόνο η Τουρκία.
Η τουρκική πλευρά θέτει ως προϋπόθεση για όποια συμφωνία, τη διατήρηση της συνθήκης εγγυήσεων, με το επιχείρημα ότι αυτή εξασφαλίζει την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Το σχέδιο Ανάν, μάλιστα, έδινε στις εγγυήτριες δυνάμεις (πρακτικά στην Τουρκία) δικαίωμα επέμβασης για να «προστατεύσει» την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια και τη συνταγματική τάξη, όχι μόνο του κοινού κράτους, αλλά και των συνιστώντων κρατών.
Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να τους το ζητήσει η κυβέρνηση του τουρκοκυπριακού κράτους, επικαλούμενη απειλή. Οι αναφορές μας στο σχέδιο Ανάν δεν είναι παρελθοντολογία. Η τουρκική πλευρά έχει καταστήσει σαφές, πως η διατήρηση του καθεστώτος εγγυήσεων είναι γι’ αυτήν απαράβατος όρος. Η πρωτοφανής στα διεθνή χρονικά συνθήκη εγγυήσεων ήταν και το 1960 απαράδεκτη, αφού εγκατέστησε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας. Σήμερα, όμως, με την Κυπριακή Δημοκρατία μέλος της Ε.Ε. της της Ευρωζώνης και με όσα έχουν συμβεί το 1974, η διατήρηση της συνθήκης εγγυήσεων συνιστά αυτοχειρία.
Δεδομένου, λοιπόν, ότι και για την τουρκική και για την ελληνική πλευρά είναι κρίσιμη πτυχή, λογικά η διαπραγμάτευση θα έπρεπε να αρχίσει από εκεί, ώστε να διαφανεί εάν υπάρχει ή όχι περιθώριο γεφύρωσης του χάσματος. Όλα τα άλλα έπονται. Δυστυχώς, Λευκωσία και Αθήνα, αντί να προτάξουν το ζήτημα των εγγυήσεων, φέρνοντας τον κόμπο στο χτένι, αφέθηκαν να παρασυρθούν σε ολισθηρό μονοπάτι, με το τετριμμένο πλέον επιχείρημα – πρόσχημα να μην αρνηθούμε τη διαδικασία που προτείνει η Γραμματεία του ΟΗΕ.

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΤΟ 4ο ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

*Ο Σταύρος Λυγερός έχει εργασθεί σε εφημερίδες (για 23 χρόνια στην Καθημερινή), ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα είναι πολιτικός-διπλωματικός σχολιαστής στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN και διευθυντής του ιστότοπου SLpress.gr. Συγγραφέας 16 βιβλίων. Μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973.