Απαρτχάιντ Υγείας

Απαρτχάιντ Υγείας

Η φρενίτιδα της ολομέτωπης επίθεσης της Ελλαδικής κυβερνήσεως αλλά και παγκοσμίως, να ιδρύσουν καινοφανή στρατόπεδα οιονεί συγκεντρώσεως ολοκληρωτικού τύπου, διχάζοντας και διακρίνοντας τους ανθρώπους, ως εμβολιασμένους, ή εξαναγκασθέντες εις αυτοελέγχους διάγνωσης περί του ιού, ήτοι νομιμόφρονες και εις τον αντίποδα ως αρνητές, ήτοι στασιαστές αντιφρονούντες, με αποτέλεσμα η εγκαθίδρυση μίας νέα ρατσιστικής τάξης πραγμάτων, να ευνοεί ανισότιμα και να μεταχειρίζεται με απόλυτη διάκριση τους εμβολιασμένους, αποκλείοντας τους μη, ως προς την πρόσβαση εις την εκπαίδευση, εις την εργασία, φαλκιδεύοντας τους εν ταυτώ, τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα τους, εξίσου και ισοκύρως κατοχυρωμένα εις την Συνταγματική και Διεθνή έννομη Τάξη.

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς*

[Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω]

Η επαναφορά του οιονεί κατάπτυστου θεσμού της πιστοποίησης των κοινωνικών φρονημάτων, ήτοι τα «πιστοποιητικά εμβολιασμού», συνιστά μία ακραία αντιδημοκρατική συμπεριφορά, καθότι ο εκάστοτε συνειδητά αρνητής φέρει το στίγμα και τη μομφή του «ακραίου», του «σεσημασμένου συνωμοσιολόγου», επειδή τυγχάνει να ασκεί Συνταγματικά το δικαίωμα μη συμμόρφωσης προς εκτέλεση μια προδήλως αντισυνταγματικής πράξης.

Η αντιδημοκρατική αυτή πολιτική, αντιβαίνει προδήλως εις το άρθρο 2 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», καθώς επίσης και το άρθρο 120 παράγραφος 2 το οποίο αναφέρει τα εξής: «ο σεβασμός (υπακοή, πίστη) στο Σύνταγμα και στους Νόμους που συμφωνούν με αυτό καθώς και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων».

Εις επίρρωση των ως άνω, καθίσταται πασίδηλο και κατάδηλο ότι διά των ως άνω παράνομων βίαιων πράξεων (επιβολής ελέγχων), ασκήσεως ψυχικής βίας, εκφοβισμού, και παραπληροφόρησης, καταλύεται σφόδρα το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και η ακώλυτη ελευθερία αποφάσεως σχετικώς με τη διάθεση τής εν γένει υγείας και του σώματος, πράγμα το οποίο κατακρημνίζει εκκωφαντικά το άρθρο 5 παρ. 2 και 5, το άρθρο 7 παρ. 2 του άρθρο 2 παρ. 1, το άρθρο 25 του Συντάγματος, καθώς επίσης και ομοίως, το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των δικαιωμάτων Ανθρώπου αλλά και «Το δικαίωμα εις την προσωπική Ελευθερία και Ασφάλεια» καθώς και τη Σύμβαση για τα Ανθρώπινα δικαιώματα και τη Βιοιατρική του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 2619/1998, οι οποίοι έχουν υπέρ-νομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος και διαλαμβάνει εις το άρθρο 5 «Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο,= δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν της προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του».

Περαιτέρω,  συμπληρωματικώς παραβιάζεται, ο Ν. 2251/1994 περί προστασίας του Καταναλωτή, ο Ν. 3418/2005 Κώδικας Ιατρικής δεοντολογίας (άρθρο 12 παρ. 1 «ο Ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξεως, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς» και το Π.Δ. 216/2001 Κώδικας Νοσηλευτικής δεοντολογίας, τα οποία αναγνωρίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ως αυτόνομη προσωπικότητα, υποκείμενο δικαίου ως προς την πληροφόρηση αξιολόγηση και συναίνεση, έναντι οιασδήποτε επιχειρούμενης επί της υγείας του Ιατρικής πράξεως αυτής καθ’ αυτήν, δοθέντος ότι το φυσικό πρόσωπο, ως λήπτης παροχής υγείας ως προς τις τυχόν Ιατρικές πράξεις, έχει σαφώς αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, ενδελεχούς και εμπεριστατωμένης πληροφόρησης, αξιολόγησης των ιατρικών πληροφοριών, ίνα εν τέλει συναινέσει έναντι οιασδήποτε ιατρικής πράξεως.

Ωσαύτως, ο σεβασμός προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του λήπτη υπηρεσιών υγείας, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα προς τη φυσική και ψυχική του ακεραιότητα, η προστασία της ιδιωτικής ζωής του σχετικώς προς τις ιατρικές πληροφορίες, -Ιατρικό απόρρητο- ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, καθώς και η αξία και αξιοπρέπεια τού ασθενούς ενώπιον του θανάτου και του πόνου, λογίζονται ιδιαζόντως καίρια και σημαντικά δεδομένα, προς κατά το Νόμο διαφύλαξη και προς προστασία από την Πολιτεία.

Ο πυρήνας του δικαιώματος της υγείας, επιβάλλει από την Πολιτεία να απέχει από οιαδήποτε πράξη ή παράλειψη καθίσταται ικανή και πρόσφορη, αφενός να προκαλέσει βλάβη προς τη σωματική, διανοητική, ψυχική ευεξία του ανθρώπου, και αφετέρου να περιορίσει το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα ως μείζονα έκφανση της προσωπικότητας του ανθρώπου ως αυτόνομου υποκείμενου δικαίου, τουτέστιν, να λαμβάνει απερίσπαστα και ανεξάρτητα αποφάσεις διά την υγεία του.

Ως εκ τούτου, το ίδιο το κράτος οφείλει να προστατεύει το δικαίωμα εις την υγεία του πολίτη διά των προαναφερθέντων διατάξεων, τόσον διά των προ – παρατιθέμενων διατάξεων, έναντι προσβολών από το δημόσιο όσο και διά της επενέργειας του ως Κράτος, έναντι των προσβολών από μη κρατικά αλλά ιδιωτικά υποκείμενα, διασφαλίζοντας την ακώλυτη και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος εις την υγεία των πολιτών, λαμβάνοντας τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25 του Συντάγματος περί της αρχής της αναλογικότητας και του άρθρου 2 παρ. 1 περί της αξίας του ανθρώπου, με κράτιστο εν γένει υπέρτερο γνώμονα την αξία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Περαιτέρω και ισχυροποιητικώς, δυνάμει της Διακηρύξεως της Λισαβώνας που εκδόθηκε από την Παγκόσμια Ιατρική Ένωση, ορίζεται ότι ο ασθενής, αφού ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του, έχει το δικαίωμα να συμφωνήσει με τη θεραπεία που του προτείνεται ή να διαφωνήσει με αυτήν και να μην την αποδεχτεί και ως εκ τούτου κατοχυρώνεται ρητώς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ασθενούς ως απόρροια της ανθρώπινης υποστάσεώς του, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος αποκλειστικά για την υγεία του.

Επιπροσθέτως, συμφώνως με τον Κώδικα της Νυρεμβέργης που περιλαμβάνει ένα σύνολο Αρχών και Κανόνων ηθικής Ιατρικής δεοντολογίας (μεταξύ των οποίων την αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς, την απουσία του εξαναγκασμού), αναγνωρίζεται ρητώς ως πρώτος κανόνας ότι «η εθελοντική ενημερωμένη συναίνεση του ανθρωπίνου υποκειμένου είναι απολύτως ουσιώδης, όπου έχει γίνει σήμερον παγκοσμίως δεκτός και έχει ενσωματωθεί και στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα («Ειδικότερα, απαγορεύεται η υποβολή προσώπου χωρίς τη συγκατάθεση του σε ιατρικό ή επιστημονικό πείραμα») και έχει κυρωθεί από την Ελληνική Πολιτεία, με το Νόμο 2462/1997 συμφώνως με τη διαδικασία του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος και έχει αποκτήσει υπέρ-νομοθετική ισχύ.

Ως εκ τούτου λοιπόν, κάθε κρατική επιδίωξη του υποχρεωτικού εξαναγκασμού ιατρικής πράξης, κείται προδήλως εκτός του Νομικού μας πολιτισμού και παραβιάζει απροκάλυπτα τις αρχές και το Ευρωπαϊκό και Διεθνές πλαίσιο Δικαίου, εξ αυτού του λόγου, δέον όπως εκληφθεί ως απάνθρωπη μεταχείριση και ψυχικός βασανισμός του ανθρώπινου προσώπου, γεγονός το οποίο ενεργοποιεί απολύτως σύννομα και το δικαίωμα θεμιτής αντίστασης και ανυπακοής κατά το άρθρο 120 του Συντάγματος, περί της ως άνω θεσμικής βίας.

*Ο Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος Παρ΄Αρείω Πάγω. Σπούδασε Νομικά στη Νομική Αθηνών Ε.Κ.Π.Α και Δημοσιογραφία στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας και έκανε το πρώτο μεταπτυχιακό του στην Πάντειο Σχολή, στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο «Νομικός Πολιτισμός» (Αστικό, Διοικητικό, Ποινικό Δίκαιο και η Ε.Σ.Δ.Α) και το δεύτερο μεταπτυχιακό του, στη Νομική Σχολή Αθηνών στο Δίκαιο της Πληροφορικής, Κοινωνιολογία του Δικαίου και Εκκλησιαστικό Δίκαιο (Ε.Κ.Π.Α). Εκπαιδευθείς ως διαμεσολαβητής στην επίλυση ιδιωτικής φύσεως διαφορών, αστικού και εμπορικού δικαίου, κατά το Ν.3898/2010 κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 2008/52/ΕΚ, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 του Ν.3898/2010 (Α’211).