Έρευνα: Πρώτη φορά τα απόβλητα χημικών και πλαστικών ξεπέρασαν τα ασφαλή όρια για τον πλανήτη

Έρευνα: Πρώτη φορά τα απόβλητα χημικών και πλαστικών ξεπέρασαν τα ασφαλή όρια για τον πλανήτη

O χείμαρρος των ανθρωπογενών χημικών και πλαστικών αποβλήτων παγκοσμίως, έχει ξεπεράσει μαζικά τα όρια που είναι ασφαλή για την ανθρωπότητα ή τον πλανήτη και απαιτείται επειγόντως επιβολή ορίων παραγωγής, προειδοποιούν για πρώτη φορά οι επιστήμονες. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 350.000 διαφορετικές ανθρωπογενείς χημικές ουσίες στην αγορά και μεγάλες ποσότητες από αυτές καταλήγουν στο περιβάλλον.

«Οι επιπτώσεις που αρχίζουμε να βλέπουμε σήμερα είναι αρκετά μεγάλες ώστε να επηρεάζουν κρίσιμες λειτουργίες του πλανήτη και των συστημάτων του», δήλωσε η Bethanie Carney Almroth, συν-συγγραφέας της νέας μελέτης σε συνέντευξή της στο γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων.

Η μελέτη, που εκπονήθηκε από το Κέντρο Ανθεκτικότητας της Στοκχόλμης, έρχεται πριν από μια σύνοδο του ΟΗΕ στο Ναϊρόμπι στα τέλη του μήνα για την αντιμετώπιση της ρύπανσης από πλαστικά «από την πηγή στη θάλασσα», δήλωσε τη Δευτέρα 14/2 η επικεφαλής του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ, Inger Andersen.

Οι χημικές ουσίες και τα πλαστικά επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα, συσσωρεύοντας πρόσθετη πίεση στα ήδη καταπονημένα οικοσυστήματα. Τα φυτοφάρμακα σκοτώνουν αδιακρίτως τους ζωντανούς οργανισμούς και τα πλαστικά εφόσον καταπίνονται από τα έμβια όντα.

«Ορισμένες χημικές ουσίες παρεμβαίνουν στα ορμονικά συστήματα, διαταράσσοντας την ανάπτυξη, το μεταβολισμό και την αναπαραγωγή της άγριας ζωής», δήλωσε η Carney Almroth.

Ενώ απαιτούνται μεγαλύτερες προσπάθειες για να αποφευχθεί η απελευθέρωση αυτών των ουσιών στο περιβάλλον, οι επιστήμονες πιέζουν τώρα για πιο δραστικές λύσεις, όπως τα ανώτατα όρια παραγωγής.

«ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ»

Η ανακύκλωση έχει αποδώσει μέχρι στιγμής μόνο μέτρια αποτελέσματα. Σήμερα ανακυκλώνεται λιγότερο από το 10% του παγκόσμιου πλαστικού, παρόλο που η παραγωγή έχει διπλασιαστεί σε 367 εκατομμύρια τόνους από το 2000. Σήμερα, το συνολικό βάρος του πλαστικού στη Γη είναι πλέον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τη βιομάζα όλων των ζωντανών ζώων, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες.

«Αυτό που προσπαθούμε να πούμε είναι, ότι ίσως πρέπει να πούμε: «Αρκετά. Φτάνει πια!». Ίσως δεν μπορούμε να ανεχτούμε περισσότερα», δήλωσε η Inger Andersen«Ίσως πρέπει να βάλουμε ένα ανώτατο όριο στην παραγωγή. Ίσως πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να παράγουμε περισσότερο από αυτό».

Εδώ και αρκετά χρόνια, το Κέντρο Ανθεκτικότητας της Στοκχόλμης διεξάγει μελέτες σχετικά με τα «πλανητικά όρια» σε εννέα τομείς που επηρεάζουν τη σταθερότητα της Γης, όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η χρήση γλυκού νερού και το στρώμα του όζοντος. Στόχος είναι να διαπιστωθεί αν η ανθρωπότητα βρίσκεται σε ένα «ασφαλές πεδίο λειτουργίας» ή αν η τα όρια ξεπερνιούνται και απειλούν το μέλλον του πλανήτη.

Ο αντίκτυπος των λεγόμενων «νέων οντοτήτων» – ή των τεχνητών χημικών προϊόντων όπως τα πλαστικά, τα αντιβιοτικά, τα φυτοφάρμακα και τα μη φυσικά μέταλλα – έχει θέσει μέχρι σήμερα ένα μεγάλο ερώτημα. Και η απάντηση είναι πολύπλοκη. «Μόλις τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε της μεγάλης κλίμακας μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των εκθέσεων», επεσήμανε η Carney Almroth.

Όχι μόνο υπάρχουν χιλιάδες από αυτά τα προϊόντα, αλλά τα δεδομένα σχετικά με τους κινδύνους που ενέχουν είναι συχνά ανύπαρκτα ή ταξινομημένα ως «εταιρικά μυστικά». Επιπλέον, οι χημικές ουσίες είναι σχετικά πρόσφατες, οι περισσότερες από αυτές αναπτύχθηκαν τα τελευταία 70 χρόνια.

«Και μιλάμε για 350.000 διαφορετικές ουσίες», τόνισε η Carney Almroth. «Δεν έχουμε γνώση για τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών, όσον αφορά το σε πόση ποσότητα παράγονται ή τη σταθερότητά τους ή την τύχη τους στο περιβάλλον ή την τοξικότητά τους».

«Γνωρίζουμε ποιες είναι κάποιες από αυτές. Για τα περισσότερα από αυτά όμως, δεν έχουμε ιδέα». Ακόμη και οι πιο ολοκληρωμένες βάσεις δεδομένων, όπως ο κατάλογος REACH της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλύπτουν μόνο 150.000 προϊόντα, και μόνο το ένα τρίτο από αυτά έχει αποτελέσει αντικείμενο λεπτομερών μελετών τοξικότητας.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΑΓΙΚΗ ΛΥΣΗ

Ως αποτέλεσμα, η ομάδα των ερευνητών επικεντρώθηκε σε ό,τι είναι γνωστό, και αυτές οι μερικές πληροφορίες ήταν αρκετές για να εξαχθεί ένα ανησυχητικό συμπέρασμα.

«Εξετάζοντας τις μεταβολές με την πάροδο του χρόνου και τις τάσεις των όγκων παραγωγής που χάνονται στο περιβάλλον… και συνδέοντάς το με τα λίγα που γνωρίζουμε για τις επιπτώσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε βέλος δείχνει προς τη λάθος κατεύθυνση», υπογράμμισε η Carney Almroth.

Υπάρχει όμως ακόμη «χρόνος για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση», αλλά θα χρειαστούν «έκτακτες και φιλόδοξες δράσεις… σε διεθνές επίπεδο», πρόσθεσε.  Επιπλέον, «δεν υπάρχει καμία μαγική λύση».

«Καμία απάντηση δεν πρόκειται να λύσει όλα αυτά, διότι πολλά από αυτές τις χημικές ουσίες και υλικά είναι πράγματα που χρησιμοποιούμε και που είναι απαραίτητα για τις ζωές μας αυτή τη στιγμή», δήλωσε η ίδια.

«Ανεξάρτητα από το πόση προσπάθεια καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της παραγωγής ή των αποβλήτων διαχείρισης, οι όγκοι παραγωγής πρέπει να μειωθούν», τόνισε η ίδια. «Αυτό φαίνεται πολύ προφανές στα λόγια, αλλά μόλις πρόσφατα έγινε αποδεκτό ως γενική αλήθεια: Όσο περισσότερο παράγεις, τόσο περισσότερο απελευθερώνεις».

© euractiv.gr (με πληροφορίες από AFP
Μετάφραση: Μαριάνθη Πελεκανάκη