Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο: Οι καινούριοι καλύτεροι φίλοι;

    Μια εμπορική συμφωνία ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Τουρκία είναι «πολύ κοντά», είχε δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, κατά την επίσκεψή του στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές Ιουλίου.

    Μια εμπορική συμφωνία ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Τουρκία είναι «πολύ κοντά», είχε δηλώσει ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, κατά την επίσκεψή του στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές Ιουλίου. Η σημασία που αποδίδεται στην εξασφάλιση μιας εμπορικής συμφωνίας μετά το Brexit αντικατοπτρίζει τη σημασία της εμπορικής σχέσεως, ιδίως με την Τουρκία.

    Γράφουν οι Sam Lowe
    και Luigi Scazzieri*

    Το 2018, η Τουρκία εξήγαγε αγαθά και υπηρεσίες αξίας 10,6 δισ. στερλίνων στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη δεύτερη πιο σημαντική εξαγωγική της αγορά μετά τη Γερμανία. Αλλά όταν το Ηνωμένο Βασίλειο εξέλθει από τη μεταβατική περίοδο του Brexit στο τέλος του έτους, θα αποχωρήσει επίσης και από την τελωνειακή ένωση της ΕΕ με την Τουρκία, πράγμα που σημαίνει ότι η εμπορική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – Τουρκίας θα αλλάξει ριζικά.
    Μια εμπορική συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου – Τουρκίας είναι σημαντική και για τις δύο χώρες, εμπορικά και πολιτικά. Οι διμερείς σχέσεις ενισχύθηκαν τα τελευταία χρόνια, καθώς οι σχέσεις και των δύο χωρών με την ΕΕ έχουν επιδεινωθεί. Οι Βρυξέλλες και η Άγκυρα συγκρούστηκαν για τη διάβρωση των δημοκρατικών ελέγχων και εξισορροπήσεων στην Τουρκία, καθώς και για την ολοένα και πιο δυναμική εξωτερική πολιτική της στη Λιβύη και την ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα για το θέμα των γεωτρήσεων έξω από την Κύπρο. Οι εντάσεις έκαναν την ΕΕ απρόθυμη να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό της εμπορικής σχέσης ΕΕ-Τουρκίας και την απελευθέρωση σε τομείς όπως οι υπηρεσίες και οι προμήθειες.
    Στο μεταξύ, η σχέση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ έχει επίσης ενταθεί, ειδικά μετά την αγορά από την Άγκυρα ενός ρωσικού πυραυλικού συστήματος, παρά την αντίθεση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες φίλους της Τουρκίας στη Δύση, και για την Άγκυρα μια εμπορική συμφωνία θα σηματοδοτούσε μια στενή οικονομική και πολιτική σχέση με μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη. Από την πλευρά του, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πρόθυμο να καλλιεργήσει μια καλή σχέση με την Άγκυρα στο πλαίσιο της «Παγκόσμιας Βρετανίας» που θέλει να οικοδομήσει μετά το Brexit με εμπορικές συμφωνίες και πολιτικές συνεργασίες.
    Όταν ήταν ακόμη μέλος της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ένας από τους κορυφαίους υποστηρικτές της τουρκικής εντάξεως στην ΕΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο καταδίκασε γρήγορα την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία το 2016, κερδίζοντας επιδοκιμασίες στην Άγκυρα. Στις αρχές του 2017, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία συνήψαν μια συμφωνία που προέβλεπε ότι η BAE Systems θα συμμετάσχει σε ένα έργο για την κατασκευή ενός μαχητικού αεροσκάφους για την αεροπορία της Τουρκίας. Το Λονδίνο τήρησε πολύ πιο διακριτική στάση από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όσον αφορά την εγχώρια κατάσταση στην Τουρκία και απέφυγε σε μεγάλο βαθμό να ασκήσει κριτική στον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την κυβέρνησή του.
    Όταν η Τουρκία ξεκίνησε μια στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία τον Οκτώβριο του 2019, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν αρχικά απρόθυμο να καταδικάσει την Άγκυρα, σε αντίθεση με άλλους συμμάχους στο ΝΑΤΟ. Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν επίσης λιγότερο επικριτικό για την παρέμβαση της Τουρκίας υπέρ της αναγνωρισμένης από τα Ηνωμένα Έθνη κυβερνήσεως στη Λιβύη. Η πανδημία του κορωνοϊού έδωσε την ευκαιρία στις δύο χώρες να συνεργαστούν: η Τουρκία έστειλε προστατευτικό εξοπλισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνοντας όταν ακυρώθηκε η παραγγελία που είχε κάνει το Ηνωμένο Βασίλειο από μια ιδιωτική εταιρεία. Και, σε αντίθεση με την ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει απαλλάξει την Τουρκία από τα μέτρα καραντίνας, προσφέροντας σωτηρία στην τουρκική τουριστική βιομηχανία.
    Αλλά μια εμπορική συμφωνία δεν είναι απλή υπόθεση. Η οικονομική σχέση της Τουρκίας με το Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτάται από τη μελλοντική συμφωνία ΕΕ-ΗΒ. Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την τελωνειακή ένωση της ΕΕ καθιστά αναπόφευκτη μια ριζική αλλαγή στο εμπόριο Ηνωμένου Βασιλείου – Τουρκίας. Η Τουρκία βρίσκεται σε μερική τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, η οποία καλύπτει βιομηχανικά αγαθά και ορισμένα επεξεργασμένα τρόφιμα (τα αγροτικά προϊόντα καλύπτονται από ξεχωριστή συμφωνία που θα πρέπει επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία να αναπαράγουν).
    Τα αγαθά που καλύπτονται από το καθεστώς της τελωνειακής ένωσης μπορούν να πωλούνται χωρίς δασμούς και ποσοστώσεις στην ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν οι εξαγωγείς για τις δαπανηρές διαδικασίες που απορρέουν από τους κανόνες καταγωγής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Τουρκία υποχρεούται να εφαρμόσει τους ίδιους (ή τουλάχιστον όχι χαμηλότερους) δασμούς με την ΕΕ σε εμπορεύματα που εισάγονται από αλλού. Η Τουρκία οφείλει επίσης να μιμείται την εμπορική πολιτική της ΕΕ, διαπραγματευόμενη συμφωνίες ελευθέρων συναλλαγών με τις ίδιες χώρες και πληρώντας τις προϋποθέσεις της ΕΕ για τη μείωση των δασμών και τους κανόνες καταγωγής.
    Η τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την ΕΕ «δένει» τα χέρια της Άγκυρας στην περίπτωση που χρειαστεί να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο. Ενώ η Τουρκία είναι σε θέση να διαπραγματεύεται τις δικές της εμπορικές συμφωνίες και να έχει ελευθερία κινήσεων σε τομείς που δεν καλύπτονται από την τελωνειακή ένωση με την ΕΕ, όπως οι υπηρεσίες και τα γεωργικά προϊόντα, όσον αφορά την κατάργηση των δασμών για βιομηχανικά αγαθά (ο σημαντικότερος εξαγωγικός τομέας της Τουρκίας), η σχέση Τουρκίας-ΗΒ πρέπει να ταιριάζει με τη σχέση ΕΕ-ΗΒ. Αυτό σημαίνει ότι εάν η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτύχουν να καταλήξουν σε συμφωνία πριν από το τέλος του έτους, θα επιβληθούν δασμοί στα αγαθά που μεταφέρονται από το Ηνωμένο Βασίλειο στην ΕΕ, και θεωρητικά το ίδιο θα συμβεί μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου.
    Ορισμένοι υπεύθυνοι χαράξεως πολιτικής στην Άγκυρα ενδέχεται να μπουν στον πειρασμό να παραβιάσουν τους όρους της τελωνειακής ενώσεως της Τουρκίας με την ΕΕ και να συνάψουν εμπορική συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη κι αν δεν υπάρχει συμφωνία ΗΒ-ΕΕ. Αυτό έχει συμβεί στο παρελθόν με τη Μαλαισία, προς μεγάλη απογοήτευση της ΕΕ, όταν η ΕΕ είχε αποτύχει να ολοκληρώσει τις εμπορικές της διαπραγματεύσεις, αλλά η Τουρκία προχώρησε και υπέγραψε ούτως ή άλλως μια συμφωνία.
    Μια συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-Τουρκίας, υπό τέτοιες συνθήκες, θα μπορούσε ενδεχομένως να προκαλέσει την πλήρη κατάρρευση της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, λόγω του σημαντικού κινδύνου, ένας μεγάλος όγκος βρετανικών αγαθών να μεταφέρεται στην ΕΕ μέσω Τουρκίας. Μια τέτοια συμφωνία θα ενίσχυε τη φωνή εκείνων που υποστηρίζουν μια αυστηρότερη στάση της ΕΕ έναντι της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων κυρώσεων και τερματισμού των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να σκεφτεί προσεκτικά πριν επιδιώξει μια εμπορική συμφωνία που θα αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τη σχέση της ΕΕ με την Τουρκία και ενδεχομένως θα θεωρηθεί ως σκόπιμη πρόκληση από τις Βρυξέλλες.
    Ωστόσο, ακόμη και αν η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο, και κατ’ επέκτασιν η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, συνάψουν συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που θα καταργεί δασμούς και ποσοστώσεις στα βιομηχανικά αγαθά, αυτό θα συνιστά και πάλι μια απότομη επιδείνωση των εμπορικών όρων σε σχέση με τους υφιστάμενους, και θα προκαλέσει προβλήματα σε εταιρείες που πραγματοποιούν συναλλαγές μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Τουρκίας. Σε αντίθεση με τις συναλλαγές εντός της τελωνειακής ένωσης, για να μπορεί ένα εξαγόμενο αγαθό να πληροί τις προϋποθέσεις για δασμολογική απαλλαγή στη βάση μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών, πρέπει να πληροί συγκεκριμένους κανόνες καταγωγής. Αυτό γίνεται για να διασφαλιστεί ότι οι εξαγωγές δεν προέρχονται από κάπου αλλού.
    Για να δώσω ένα παράδειγμα, οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ, και συνεπώς οι τουρκικές εμπορικές συμφωνίες, απαιτούν συχνά τουλάχιστον το 60% της αξίας ενός εξαγόμενου αυτοκινήτου να έχει παραχθεί τοπικά για να πληροί τις προϋποθέσεις για μηδενικούς δασμούς. Εάν ένα παρόμοιο κατώτατο όριο επρόκειτο να εφαρμοστεί σε μια εμπορική συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, θα δημιουργούσε πρόβλημα σε ορισμένους Τούρκους εξαγωγείς αυτοκινήτων, καθώς αντλούν μόνο περίπου το 50% των εισροών τους από την Τουρκία
    Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στη σύναψη εμπορικής συμφωνία με την ΕΕ πριν από το τέλος του έτους, είναι για να αποφύγει τυχόν αναταραχές στις εμπορικές ροές με την Τουρκία. Ακόμη, όμως, και αν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία καταφέρουν να συνάψουν μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, η μελλοντική τους σχέση θα εξαρτηθεί από τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις, ιδίως από τις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, εάν η ΕΕ επιβάλει πρόσθετες κυρώσεις στην Τουρκία, πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει επίσης να τις εφαρμόσει, λόγω των όρων που προβλέπει η συμφωνία αποχωρήσεως της χώρας από το μπλοκ.

    *Ο Sam Lowe είναι ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης. Είναι μέλος της Συμβουλευτικής Ομάδας Στρατηγικού Εμπορίου της Βρετανικής κυβέρνησης (από το 2019 μέχρι σήμερα). Είναι επίσης επισκέπτης ερευνητής στο The Institute Institute, Kings College London και συνιδρυτής του UK Trade Forum. Εργάζεται σε εμπορικά ζητήματα, με έμφαση στο Brexit, στα τελωνεία και στα ρυθμιστικά εμπόδια και στο εμπόριο υπηρεσιών.

    *Ο Luigi Scazzieri είναι ερευνητής στο CER. Εργάζεται στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, εστιάζοντας στις σχέσεις γειτονίας, μετανάστευσης και διατλαντικών της ΕΕ.

    Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ
    Η άρνηση της Τουρκίας, να ταχθεί υπέρ των συμμάχων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έδωσε στην Αγγλία την ευκαιρία να κηρύξει ως άκυρη τη συμφωνία της 4ης Ιουνίου 1878 και να προσαρτήσει την Κύπρο στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η Τουρκία, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίσταση, αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα την προσάρτηση που επισφραγίστηκε στις 10 Αυγούστου 1920, με τη συμφωνία των Σεβρών, η οποία επικυρώθηκε αργότερα με τη συνθήκη της Λοζάνης στις 23 Αυγούστου 1923.
    Η συνθήκη της Λοζάνης, που επήλθε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, προέβλεπε την οριστική και αμετάκλητη εγκατάλειψη όλων των δικαιωμάτων της Τουρκίας επί της Κύπρου, η οποία ανακηρύχθηκε πλέον επίσημα ως αποικία του Βρετανικού Στέμματος. Το μέλλον ωστόσο απέδειξε, πως Βρετανοί και Τούρκοι είχαν άλλα σχέδια για την Κύπρο, κάτι το οποίο ακόμη και σήμερα θα έπρεπε να μας προβληματίζει.

    Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 20-21
    Στο άρθρο του με τίτλο «Κύπρος και Συνθήκη της Λοζάνης», ο Στρατηγικός Αναλυτής, Νίκος Λυγερός, σημειώνει πως: «Για όσους δεν αντιλαμβάνονται ότι στη γεωστρατηγική δεν υπάρχουν ανεξάρτητα δεδομένα όσον αφορά στον Ελληνισμό και πιστεύουν ότι πρέπει να υπογράφουμε συνθήκες τις οποίες δε μπορούμε να εξασφαλίσουμε, θα ήταν καλό να εξετάσουν τουλάχιστον δύο άρθρα της Συνθήκης της Λοζάνης του 1923».
    Πιο συγκεκριμένα, μετά την εισβολή και την κατοχή, πρέπει να έχουμε συνεχώς στη σκέψη μας πρώτα το άρθρο 20: «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρετανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914».
    «Ήδη αυτό το άρθρο», συνεχίζει ο κ. Λυγερός, «αναδεικνύει το πρόβλημα της σχέσης που υπάρχει μεταξύ Τουρκίας και Αγγλίας, ακόμα και αν η αναφορά στην Κύπρο είναι μόνο έμμεση για μερικούς που αποφεύγουν τα ιστορικά δεδομένα. Όμως το άρθρο 21 είναι ακόμα πιο συγκεκριμένο: «Οι Τούρκοι, οι εγκατεστημένοι εν τη νήσω Κύπρω κατά την 5ην Νοεμβρίου 1914, θα αποκτήσωσιν, εφ’ οις όροις προβλέπει ο εγχώριος νόμος, την βρετανικήν ιθαγένειαν, αποβάλλοντες ως εκ τούτου την τουρκικήν».
    «Συνεπώς, ακόμα και για τους Τούρκους, η Τουρκία θεωρεί ότι είναι Άγγλοι μέσω αυτού του κειμένου, πράγμα που αντιφάσκει με τα τωρινά δεδομένα».
    «Θα δύνανται, εν τούτοις, επί δύο έτη από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, να ασκήσωσι δικαίωμα επιλογής υπέρ της τουρκικής ιθαγενείας εν τοιαύτη περιπτώσει, δέον να εγκαταλείψωσι την Κύπρον εντός δώδεκα μηνών, αφ’ ης ημέρας ασκήσωσι το δικαίωμα της επιλογής».
    «Εδώ», επισημαίνει ο καθηγητής, «το κείμενο διευκρινίζει ότι το τουρκικό στοιχείο αν θέλει να αναγνωριστεί, δε μπορεί να παραμείνει στην Κύπρο».
    Για τις άλλες περιπτώσεις προβλέπει το εξής: «Ωσαύτως αποβάλλουσι την τουρκικήν ιθαγένειαν, οι Τούρκοι υπήκοοι, οι εγκατεστημένοι εν τη νήσω Κύπρω κατά την έναρξιν της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, οίτινες κατά την εποχήν αυτήν έχουσιν αποκτήσει ή πρόκειται να αποκτήσωσι την βρετανικήν ιθαγένειαν, συνεπεία αιτήσεως υποβληθείσης κατά τας διατάξεις της εγχωρίου νομοθεσίας».
    «Με αυτά τα στοιχεία», καταλήγει ο κ. Λυγερός, «είναι πλέον ξεκάθαρο πώς η Συνθήκη αντιλαμβάνεται το θέμα της Κύπρου. Το νησί είναι ενσωματωμένο στο γενικό της πλαίσιο, δίχως ιδιαίτερες διακρίσεις, όσον αφορά στο τουρκικό στοιχείο».

    Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ
    Αν και η Συνθήκη της Λοζάνης εξακολουθεί, υποτίθεται, να ισχύει μέχρι σήμερα, ωστόσο, η εσκεμμένη παραβίασή της στα χρόνια που ακολούθησαν επέτρεψε την έντεχνη μετατροπή, από Βρετανούς και Τούρκους, του Αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-1959 σε ενδοκοινοτικό πρόβλημα, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Οι σπόροι της διχόνοιας εμφυτεύθηκαν με τη Συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου το 1960, που οδήγησε το ‘63- ‘64 στις ενδοκοινοτικές ταραχές και επιστεγάστηκαν με τραγικό τρόπο από την τουρκική εισβολή το 1974.
    Η ύπουλη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης το 1878, μεταξύ Βρετανίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που καθόρισε το μέλλον της Κύπρου, αποδεικνύει πως η μυστική διπλωματία είναι μια πρακτική που συνηθίζεται στις διεθνείς σχέσεις. Αν λάβουμε επιπλέον υπόψιν ότι η Κύπρος άλλαξε ιδιοκτήτες για έναν πόλεμο (Ρωσοτουρκικό), στον οποίο η ίδια ούτε καν συμμετείχε, τότε αυτό θα μας επιτρέψει να σκεφτούμε λίγο πιο προσεκτικά και στρατηγικά τα επόμενα βήματα επίλυσης του Κυπριακού.