ΜΕΡΟΣ Ι: Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Τα δίδυμα ελλείμματα
του Καναδά

Η περισσότερη προσοχή στις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης COVID-19 έχει αφιερωθεί, όχι ακατάλληλα, στα αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα του Καναδά και στην ανασφάλεια των Καναδών στην αγορά εργασίας. Αν και κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει τα μέτρα που έχουν παρθεί, ήταν απολύτως απαραίτητη μια ισχυρή κυβερνητική αντίδραση σε μια άνευ προηγουμένου κρίση – και έτσι θα πρέπει να καθορίσουμε πώς θα κατανείμουμε τα βάρη αυτού του χρέους με την πάροδο του χρόνου και μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του πληθυσμού.
Υπάρχει ένα δεύτερο έλλειμμα, που αξίζει επίσης τη σοβαρή προσοχή του κοινού. Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση του Καναδά παρέχει μια αξιόπιστη αντανάκλαση των μεσοπρόθεσμων πλεονεκτημάτων και αδυναμιών στην οικονομία. Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση αντιπροσωπεύει το άθροισμα των οικονομικών αλληλεπιδράσεων του Καναδά με τον υπόλοιπο κόσμο – εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, πληρωμές σε αλλοδαπούς κατόχους των επενδύσεων της χώρας έναντι πληρωμών που λαμβάνονται από επενδύσεις στο εξωτερικό και μεταφορές, όπως ξένη βοήθεια ή εμβάσματα. Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση μπορεί να είναι ελλειμματική για ένα χρονικό διάστημα χωρίς πρόβλημα. Κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής επέκτασης, για παράδειγμα, οι καναδικές αγορές κεφαλαίου και καταναλωτικών αγαθών από το εξωτερικό ενδέχεται να αυξηθούν.
Αλλά ένα χρόνιο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που δε διορθώνεται ποτέ, ιδίως σε περιόδους παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας, διαβρώνει την εμπιστοσύνη ξένων δανειστών και επενδυτών, μερικές φορές με αποτέλεσμα ξαφνικές πτώσεις στην αξία των εθνικών νομισμάτων και την αύξηση, ως αντίδραση, των τιμών των επιτοκίων εσωτερικά – κάτι που ο Καναδάς βίωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και δε μπορεί να αντέξει οικονομικά σήμερα.
Στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, ο Καναδάς ήταν μια οικονομία «μικρού κεφαλαίου». Καταφέραμε να αυξήσουμε την παραγωγή μας από βιομηχανίες υψηλής έντασης κεφαλαίου, αποτελώντας έναν ελκυστικό προορισμό για ξένες επενδύσεις. Η αύξηση των εξαγωγικών αγαθών μας, επέτρεψε να εξυπηρετήσουμε αυτές τις εισροές ξένου κεφαλαίου και έτσι να διατηρήσουμε την πρόσβαση στις παγκόσμιες κεφαλαιαγορές με ευνοϊκούς όρους. Οι Καναδοί εξυπηρετήθηκαν καλά από αυτήν την ισορροπία στις οικονομικές μας σχέσεις με τον κόσμο.
Κατά τα έτη πριν από την οικονομική κρίση του 2008 (διάγραμμα 2) οι καναδικές εξαγωγές αγαθών υπερέβησαν τα εισαγόμενα προϊόντα κατά ένα υγιές 3-5% του ΑΕΠ, εκ των οποίων οι τρεις πρώτες εκατοστιαίες μονάδες αποδόθηκαν στις καθαρές εξαγωγές ενέργειας. Οι τελευταίες ήταν αρκετές για να αντισταθμίσουν τις καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών και καταναλωτικών αγαθών, καθώς και μια καθαρή εκροή πληρωμών τόκων από το δημόσιο και εταιρικό χρέος, μια θετική γραμμή τάσης που διήρκεσε τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα.
Πηγαίνοντας στην κρίση COVID, ωστόσο, ο τρεχούμενος λογαριασμός του Καναδά είχε επιδεινωθεί σημαντικά. Καταγράφουμε ετήσια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών με τον υπόλοιπο κόσμο μεταξύ 2% και 3% του ΑΕΠ, ένα έλλειμμα περίπου 50-60 δισεκατομμυρίων $ κάθε χρόνο. Παρόλο που ο Καναδάς σημείωσε σχετικά καλή πορεία στη Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση της περιόδου 2008-09, οι καθαρές εξαγωγές μη ενεργειακών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των μηχανοκίνητων οχημάτων και ανταλλακτικών, μειώθηκαν απότομα μετά από περίπου 2% του ΑΕΠ σε μείον 4%. Το έλλειμμα στις υπηρεσίες επιδεινώθηκε επίσης, όπως και η ροή των άμεσων επενδύσεων στον Καναδά, ειδικά στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Μέχρι τη στιγμή που σημειώθηκε η πανδημία, ο Καναδάς είχε καταγράψει 11 συνεχόμενα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, καθώς δανείστηκε από ξένους αποταμιευτές για να αντισταθμίσει το έλλειμμα των εγχώριων αποταμιεύσεων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων κεφαλαίου (διάγραμμα 3).
Τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως το αναπόφευκτο προϊόν των Καναδών και των κυβερνήσεων τους, που επιλέγουν να δανειστούν για να διατηρήσουν ένα υψηλό επίπεδο ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης, αντί να βρουν τρόπους για την παραγωγή εθνικού εισοδήματος μέσω της προστιθέμενης παραγωγής.
Το πετρέλαιο ήταν ένας από τους λίγους τομείς εξαγωγής που διατηρήθηκε καλά, παρά τη μικρή πρόσβαση σε υπεράκτιες αγορές και την έλλειψη διαπραγματευτικής ισχύος με τα διυλιστήρια των ΗΠΑ, το οποίο εξήγαγε με έκπτωση κάτω από την παγκόσμια τιμή.
Το 2019, ωστόσο, ο ενεργειακός τομέας μας συνέβαλε καθαρά 76,6 δισεκατομμύρια δολάρια στον τρεχούμενο λογαριασμό, καλύπτοντας σε μεγάλο βαθμό τις καθαρές καταναλωτικές εισαγωγές (55 δισεκατομμύρια δολάρια), αυτοκίνητα (22 δισεκατομμύρια δολάρια) και τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες (11 δισεκατομμύρια δολάρια).
Από την ενεργειακή συμβολή, περίπου το 80% προήλθε από αργό πετρέλαιο και πίσσα. Η προσθήκη φυσικού αερίου έφερε το μερίδιο άνω του 90%. Ο άνθρακας ήταν τρίτος, ο ηλεκτρισμός τέταρτος. Τα ορυκτά καύσιμα και άλλοι πόροι κράτησαν την οικονομία ψηλά, ιδίως μέσω της ύφεσης 2008-09, μια πραγματικότητα που προς το παρόν παραμένει άθικτη και ως εκ τούτου πρέπει να αποδεχτούμε ακόμη και όταν απομακρυνόμαστε από αυτά. Η απότομη κίνηση θα προκαλέσει οδυνηρά σοκ στη συνολική οικονομία.
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχουν επίσης μειωθεί. Ακόμα και οι εγχώριες καναδικές εταιρείες επιλέγουν όλο και περισσότερο να χτίσουν επιχειρήσεις αλλού στον κόσμο. Μέχρι το τέλος του 2019, τα Καναδικά περιουσιακά στοιχεία άμεσης επένδυσης στο εξωτερικό σε αγοραία αξία, υπερέβαιναν τις ξένες άμεσες επενδύσεις στον Καναδά κατά 804 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν όλα αυτά αυξήθηκαν από το 2012. | Η συνέχεια στο επόμενο…

*Ο David Allison Dodge είναι διακεκριμένος Καναδός οικονομολόγος και Μέλος του Τάγματος του Καναδά – Έχει διατελέσει για επτά (7) χρόνια Κυβερνήτης της Τράπεζας του Καναδά (1-2-2001 έως 31-12-2008)

Επιμέλεια στα ελληνικά:
Δημήτρης Ηλίας