Η κρίση του Μαρτίου 1987

    Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν στα πρόθυρα πολέμου το Μάρτιο του 1987, με συνέπεια να διαφοροποιηθούν από τότε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και οι σχέσεις της Ελλάδας με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ

    Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν στα πρόθυρα πολέμου το Μάρτιο του 1987, με συνέπεια να διαφοροποιηθούν από τότε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και οι σχέσεις της Ελλάδας με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ

    Αφορμή της κρίσης υπήρξε η αυθαίρετη απόφαση της Άγκυρας να κάνει έρευνες στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου επί των χωρικών υδάτων της Ελλάδος. Στόχος της κίνησης αυτής ήταν η διχοτόμηση του Αιγαίου, έτσι ώστε να βρεθούν τα ελληνικά νησιά υπό τουρκική ομηρία.
    Οι απαιτήσεις αυτές αντιμετωπίσθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση με αποφασιστικότητα. Η στρατιωτική ηγεσία της χώρας εκείνη την περίοδο ήταν η εξής: Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Πτέραρχος Νίκος Κουρής, Αρχηγός ΓΕΣ Αντιστράτηγος Σταμάτης Βελίδης, Αρχηγός ΓΕΝ Αντιναύαρχος Λεωνίδας Βασιλικόπουλος, Υπαρχηγός ΓΕΑ Αντιπτέραρχος Ηλίας Ψωμάς, Αρχηγός ΑΤΑ (αντικαθιστούσε τον Αρχηγό ΓΕΑ Αντιπτέραρχο Νικόλαο Στάπα που λόγω υγείας βρίσκονταν στις ΗΠΑ), Αρχηγός Στόλου Αντιναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης. Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας και Αναπληρωτής ο Γιάννης Καψής.
    Στις 27 Μαρτίου, ημέρα που είχε αναγγελθεί η έξοδος του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Sismik στο Αιγαίο αυτή δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, αφού τα ελληνικά πολεμικά πλοία το περίμεναν στο Ανατολικό Αιγαίο, με εντολή αν παραβιάσει τα ελληνικά χωρικά ύδατα να το βυθίσουν.
    Αναλυτικότερα, από τις 6:00 π.μ. της 27/3/1987 άρχισε ο απόπλους όλων σχεδόν των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού υπό των ήχο εμβατηρίων και με το ηθικό στα ύψη. Πρώτα απέπλευσαν τα ταχέα σκάφη (πυραυλάκατοι, τορπιλάκατοι) για να προλάβουν ενδεχόμενο αιφνιδιασμό και να αποκτήσουν τακτικό προβάδισμα σε απόρρητες θέσης αποκρύψεως στα ακριτικά νησιά, ώστε να υπάρχει άμεση στοχοποίηση και προσβολή των τουρκικών μονάδων. Για την ιστορία, το πρώτο πλοίο που εξήλθε του Ναυστάθμου Σαλαμίνας ήταν η άτυχη ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ.
    Μεταξύ 08:00 και 09:20 απέπλευσαν 11 αντιτορπιλικά με ναυαρχίδα τη Φ/Γ ΕΛΛΗ, χωρισμένες σε τρεις μονάδες επιχειρήσεων. Η πρώτη απλώθηκε στο Βόρειο Αιγαίο υπό τον πλοίαρχο Γ. Δεμέστιχα με αποστολή την παρακολούθηση του Sismik σε ενδεχόμενη έξοδό του στο Αιγαίο, η δεύτερη στο Κεντρικό Αιγαίο υπό το διοικητή Α/Τ αρχιπλοίαρχο Α. Βασιλειάδη παρέχοντας προστασία στα πλοία μεταφοράς ενισχύσεων στα ακριτικά νησιά, ενώ η τρίτη μοίρα υπό τον κυβερνήτη του Α/Τ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ αρχικά στην περιοχή Κυκλάδων και μετά στις Βόρειες Σποράδες.
    Η αποβατική δύναμη του Στόλου απέπλευσε μεταξύ 10:00 και 12:10 και κινήθηκε στα σημεία φορτώσεως στρατευμάτων (Πεζοναυτών). Παράλληλα, απέπλευσαν 7 υποβρύχια (6 Tύπου 209 και 1 τύπου GUPPY), τα ναρκαλιευτικά και τα βοηθητικά πλοία του Στόλου, καθώς επίσης απογειώθηκαν αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας Albatros και ελικόπτερα ΑΒ-212 και SA.319B Allouette III. Επίσης, ανακλήθηκαν τα δύο εναπομείναντα υποβρύχια Τύπου 209 (ΠΟΣΕΙΔΩΝ, ΠΟΝΤΟΣ), που συμμετείχαν στη ΝΑΤΟϊκή άσκηση «DOG-FISH» στην Κεντρική Μεσόγειο, στέλνοντας μήνυμα αποφασιστικότητας στις Βρυξέλλες.
    Όλα τα πλοία του Στόλου διατάχθηκαν οι επικοινωνίες να διεξάγονται κρυπτογραφημένες, να εγκλωβίζονται όλα τα μη φίλια αεροσκάφη και να διατηρείται ετοιμότητα βολής, ενώ σε περίπτωση επαφής με τον αντίπαλο, να διατηρείται ετοιμότητα πρώτης βολής ανά πάσα στιγμή και να τηρηθεί το δόγμα «χτύπα σκληρά» μέχρι εξουθένωσης του αντιπάλου.
    Επιπλέον, ξεκίνησε επιλεκτική επιστράτευση εφέδρων του Στρατού Ξηράς και προώθηση μαχητικών αεροσκαφών στα αεροδρόμια διασποράς, ενώ ελήφθη και η απόφαση για προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της αμερικανικής βάσης Νέας Μάκρης. Κατά την κρίση διάρκειας τεσσάρων ημερών, η τουρκική πλευρά δεν κινητοποίησε το στόλο της και δεν τόλμησε να βγάλει το Sismik στο Αιγαίο, αξίζει όμως να αναφερθεί ο εντοπισμός ενός τουρκικού υποβρυχίου Τύπου 209 από το ελληνικό ΤΡΙΤΩΝ τα μεσάνυχτα της 29ης προς 30η Μαρτίου ανατολικά της Τήνου.
    Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, υπήρχε σχετική ισορροπία στις χερσαίες δυνάμεις (με αριθμητική υπεροχή μόνο της Τουρκίας), ισορροπία στις ναυτικές δυνάμεις (με αριθμητική και ποιοτική ισορροπία στα υποβρύχια, αντιτορπιλικά και πυραυλακάτους, και μικρή υπεροχή της Τουρκίας σε σύγχρονες φρεγάτες [3 έναντι 2], αλλά με σαφή ελληνική υπεροχή στην ποιότητα του έμψυχου δυναμικού και σχετική ισορροπία στον αέρα (ελληνική υπεροχή στην ποιότητα του έμψυχου δυναμικού).
    ΕΛΛΑΔΑ: 45 F-4E, 34 Mirage F-1CG, 53 A-7H, 94 F-5A/B, 88 F-104
    ΤΟΥΡΚΙΑ: 100 F-4E, 81 F-5A/B, 134 F-104, 95 F-100C/D
    Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μια σημαντική διαφορά με την κρίση των Ιμίων: η Τουρκία δεν απολάμβανε αεροπορικής υπεροχής, όπως το 1996.
    Ο συσχετισμός δυνάμεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε μια πολεμική σύγκρουση (αν φυσικά η Τουρκία επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της και να αντιδράσει δυναμικά), η Ελλάδα θα είχε σημαντικό πλεονέκτημα για νίκη, με απώλειες όμως και για τις δύο πλευρές και τελική έκβαση ανάλογα με τη διάρκεια της σύγκρουσης, που θα καθοριζόταν σε σημαντικό βαθμό από την παρέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.